Οι κάτοχοι μεγάλων παπαγάλων γνωρίζουν τη σκόνη που παράγεται από το πτέρωμα τους. Τι ακριβώς όμως είναι αυτή η σκόνη και οι επιπτώσεις της στην υγεία μας.
Τι είναι η ασθένεια του φτερώματος και του ράμφους
 Photo: Cockatoo PBFD by Cyron, (CC BY-NC 2.0)Ο ιός που προκαλεί την ασθένεια (γνωστή και ως Psittacine Beak and Feather Disease - PBFD), είναι μέλος του Circoviridae. Ο ιός έχει μια έντονη ομοιότητα με τον ιό Circovirus, καθώς και σε μια σειρά φυτικών ιών, όπως ο ιός Bungy.
Η ασθένεια πιστεύεται ότι είναι συχνή σε μερικά ψιτακοειδή, αλλά όλα τα ψιτακοειδή πρέπει να θεωρούνται ευαίσθητα. Παπαγάλοι που είναι γνωστό ότι πλήττονται ιδιαίτερα από PBFD είναι τα εξής: Cockatoos (κατά 75%), Macaws, Αfrican Grey, Ringneck parakeets, Eclectus Parrots, Lovebirds.
Προκαλεί θανατηφόρες λοιμώξεις κυρίως σε μικρά πτηνά αλλά και σε μεγαλύτερα άτομα και υπάρχουν περιπτώσεις που μεγαλύτερα άτομα να αποβληθεί από τον οργανισμό αφήνοντας όμως τα πτηνά να είναι φορείς του ιού.
Μελέτες έδειξαν ότι ο ιός μπορεί να μεταφερθεί από τα πουλιά - φορείς μέσω του αέρα, όπως και επίσης ο ιός να περάσει στους απογόνους των πτηνών. Ο ιός επηρεάζει άμεσα το ήπαρ, τον εγκέφαλο και το ανοσοποιητικό σύστημα αφήνοντας το πτηνό με μειωμένη αντίσταση σε άλλες λοιμώξεις με αποτέλεσμα το πτηνό να αποβιώσει λόγο δευτερευόντων λοιμώξεων (μύκητες, βακτήρια, παράσιτα, ιογενής λοιμώξεις).
Μετάδοση
Η μετάδοση του ιού από το ένα άτομο στο άλλο γίνεται κυρίως μέσω της άμεσης επαφής, του αέρα αλλά και της κατάποσης μολυσμένου φτερού, και σκόνης. Ο ιός επίσης μπορεί να μεταδοθεί μέσω μολυσμένων επιφανειών όπως σκεύη τροφίμων, υλικά φωλιάσματος κτλ.Τα υιικά σωματίδια μπορούν να παραμείνουν βιώσιμα στο περιβάλλον, ακόμα και μετά από μήνες και ας μην υπάρχει πτηνό στο συγκεκριμένο περιβάλλον.
Συμπτώματα
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν την παύση παραγωγής της "πούδρας" και ανεπανόρθωτη απώλεια των φτερών. Τα φτερά της ανάπτυξης πέφτουν και τα νέα βγαίνουν παραμορφωμένα, ανώμαλα και τσιμπημένα. Αλλά πιθανά συμπτώματα είναι η ανώμαλη και το ασύμμετρη ανάπτυξη του ράμφους η ασύμμετρη ανάπτυξη των νυχιών και η πτώση αυτών με παράλληλη ταχεία απώλεια βάρους, κατάθλιψη, ανορεξία και μειωμένο ανοσοποιητικό σύστημα.Πρόληψη σε περίπτωση νόσου
Απομόνωση όλων των νοσούντων πτηνών, προκειμένου να διακοπεί η μετάδοση της νόσου.Θεραπεία
Εδώ τα πράγματα είναι δύσκολα και αποθαρρυντικά δυστυχώς μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει κάποια γνωστή θεραπεία και τα εμβόλια βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο ακόμα.Σχετικό περιεχόμενο
Νόσος διάτασης προλόβου των πτηνών - PDDΟι παπαγάλοι Ρίγκνεκ (ringneck parakeet) είναι από τα πιο ευφυή και κοινωνικά είδη παπαγάλων και είναι ιδιαίτερα αγαπητά στους λάτρεις του είδους. Τα πουλιά ringneck προέρχονται από τις Ινδίες, αλλά ζουν και αναπαράγονται στην Αφρική και την Ασία.
Οι Ινδικοί Παπαγάλοι Ringneck
Το κυριότερο χαρακτηριστικό των ringneck parakeet, από το οποίο πήραν και το όνομά τους, είναι ο δακτύλιος που φέρουν σε πιο έντονο βαθμό τα αρσενικά γύρω από το λαιμό τους.
Αν και επικρατεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι οι παπαγάλοι ρίγκνεκ είναι επιθετικά πουλιά λόγω των δυνατών κραυγών που εκπέμπουν και μπορεί να τρομάξουν τον κάτοχό τους, στην πραγματικότητα πρόκειται για πανέξυπνα και πολύ κοινωνικά πουλιά που δένονται ιδιαίτερα με τον άνθρωπο που τα φροντίζει.
Είναι λίγο πιο μεγαλόσωμα από τα (cockatiel) και το συνολικό τους μήκος μαζί με τα φτερά της μακριάς ουράς τους αγγίζει τα 45 εκατοστά. Το κατακόκκινο γαμψό ράμφος των Ringneck, τα λαμπερό πρασινωπό φτέρωμα με την μακριά ουρά τους τα κατατάσσει στα πιο ελκυστικά είδη παπαγάλων. Εκτός από το πράσινο χρώμα του φτερώματος τα συναντάμε και με κίτρινες, γαλάζιες και οπάλ αποχρώσεις.
Ο Ringneck ανήκει στα είδη παπαγάλων που λέγονται δυμορφικά, δηλαδή υπάρχουν διαφορές στα δύο γένη που όμως αρχίζουν να είναι ευδιάκριτες μετά τους 18 μήνες και δεν ολοκληρώνονται πριν να ωριμάσουν αναπαραγωγικά. Η σεξουαλική ωριμότητα για τα αρσενικά αρχίζει με την συμπλήρωση του τρίτου έτους ενώ για τα θηλυκά με την συμπλήρωση του δεύτερου έτους ζωής τους. Τα δύο φύλα πριν την ενηλικίωση δεν έχουν αισθητές διαφορές.
Τα αρσενικά ringneck parakeet εμφανίζουν ένα δακτύλιο στο φτέρωμα του λαιμού σε έντονο μαύρο, ροζ, μπλε και τυρκουάζ χρώμα ενώ στα θηλυκά αν και δεν είναι ευδιάκριτο, αν τα παρατηρήσει κανείς με προσοχή θα διαπιστώσει την ύπαρξη ενός αχνού σε χρωματισμό δαχτυλίδι, παρόμοιο με τα χρώματα του φτερώματος. Τα θηλυκά ringneck έχουν πιο δυναμική προσωπικότητα με τάση για κυριαρχία.
Οι θηλυκοί παπαγάλοι ρίγκνεκ έχουν πολύ πιο δυνατό δάγκωμα από τα αρσενικά και δείχνουν περισσότερο επιθετική διάθεση αν συνυπάρχουν με πουλιά του ίδιου είδους.
Διαμονή των ring-necked parakeet
Οι ιδιοκτήτες των Rinkneck πρέπει να τους παρέχουν κλουβί με τα χαρακτηριστικά των κλουβιών που είναι κατάλληλα για παπαγάλους αυτού του μεγέθους. Άνετα, με ξύλινες πατήθρες και οριζόντια κάγκελα για να ενισχύεται η τάση τους για σκαρφάλωμα. Πρέπει να τους διατίθεται ποικιλία παιχνιδιών με τα οποία και θα απασχολούνται αλλά θα πρέπει να αντικαθίστανται συχνά μιας και λόγω της ιδιαίτερης ευφυΐας τους βαριούνται εύκολα και συχνά εμφανίζουν αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.Αυτονόητη θεωρείται η καθημερινή καθαριότητα του κλουβιού προκειμένου να αποφευχθούν μολύνσεις από βακτήρια. Καθημερινή χορήγηση φρέσκου νερού, άμμου στο πάτο του κλουβιού, σουπιοκόκαλο ενώ η διατροφή τους περιλαμβάνει ποικιλία μείγματος σπόρων, ξηρών καρπών όπως φιστίκια, διάφορα φρέσκα φρούτα και λαχανικά.
Τα ringneck parakeet λατρεύουν τους ιδιοκτήτες τους και απαιτούν συνεχώς την προσοχή τους. Έχουν μια γλυκιά και γοητευτική προσωπικότητα που φροντίζουν και την επιδεικνύουν με κάθε τρόπο. Είναι διεκδικητικά πουλιά και δείχνουν αδυναμία και προτίμηση σε συγκεκριμένα μέλη της οικογένειας.
Έχουν ανεπτυγμένη την ικανότητα της μίμησης και μπορούν να αναπτύξουν όχι μόνο λεξιλόγιο μέχρι και 250 λέξεων αλλά και να σχηματίζουν ολοκληρωμένες εκφράσεις με νόημα. Τα αρσενικά είναι αυτά που έχουν αναπτύξει περισσότερο την ικανότητα της ομιλίας χωρίς να αποκλείεται και η εκπαίδευση των θηλυκών. Το λεξιλόγιό τους είναι συνεχώς εξελισσόμενο και αναπτυσσόμενο αλλά για την επίτευξη αυτής της ικανότητας, απαιτείται υπομονή και επιμονή.
Οι Παπαγάλοι Ringneck εκπαιδεύονται για να παίζουν και διαφόρων ειδών παιχνίδια με τον κάτοχό τους αλλά χρειάζεται να βγαίνουν αρκετά συχνά από το κλουβί και να τους δίνεται η δυνατότητα να πετάξουν ελεύθερα στο χώρο γυμνάζοντας τα φτερά τους, με κλειστά παράθυρα και πόρτες, μιας και είναι δραστήρια και ενεργητικά πουλιά όπως τα περισσότερα είδη παπαγάλων.
Το προσδόκιμο ζωή τους αγγίζει τα 25 με 30 χρόνια ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί ότι έζησαν μέχρι και 50 χρόνια με την κατάλληλη φροντίδα.
Τα ringneck parakeet έχουν παρατηρηθεί να πετούν κατά σμήνη ακόμα και σε δάση, άλση και πάρκα της χώρας μας αφήνοντας κατάπληκτους πολλούς ανθρώπους στο πέρασμα τους για το πως καταφέρνουν και επιβιώνουν στις δύσκολες αστικές συνθήκες.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Psittacula krameri Ελληνική ονομασία: Ψιττακίσκος δαχτυλιδολαίμης Αγγλική ονομασία: Indian ringneck, Ring-necked parakeet, Rose-ringed parakeet Τάξη: Ψιττακόμορφα (Psittaciformes) Οικογένεια: Ψιττακουλίδες (Psittaculidae) Γενος: Ψιττακίσκος (Psittacula) Είδος: P. krameriΣχετικό περιεχόμενο
Πληροφορίες για παπαγάλους RingneckΤα Zebra finch είναι ευρύτερα γνωστά ως ζεμπράκια. Μικρόσωμα πουλιά από την Αυστραλία με μέγεθός που αγγίζει τα 10 εκατοστά. Είναι από τα πιο κοινωνικά είδη στρουθιόμορφων πουλιών.
Ζεμπράκια, από τα δημοφιλέστερα εξωτικά πτηνά
Συναντώνται ακόμα στο φυσικό τους περιβάλλον στην Ινδονησία, στο Πουέρτο Ρίκο, στην Αμερική, ενώ συναντώνται και σε συνθήκες εκτροφής στην Ευρώπη.
Όντας μικρά δραστήρια πουλιά, γεμάτα ενέργεια και κοινωνικότητα, μπορούν και ζουν σε μεγάλες ομάδες των πολλών ζευγαριών. Τα αρσενικά του είδους ξεχωρίζουν από τα θηλυκά, αφενός από το μέγεθός τους που είναι λίγο μεγαλύτερο, αλλά και από το χρωματισμό του φτερώματός τους.
Τα Ζεμπράκια – Zebra Finches έχουν γκρι πιστιλωτό φτέρωμα με λευκή κοιλιά ενώ το ράμφος και τα πόδια είναι κόκκινα, με ροδακινί μάγουλα. Τα θηλυκά έχουν καφετί υπόξανθο φτέρωμα και πορτοκαλί ράμφος. Τα ανήλικα πουλιά έχουν μαύρο ράμφος. Υπάρχουν ακόμα γύρω στα 20 συνολικά είδη με διαφορετικό χρωματισμό στο φτέρωμα, το οποίο οφείλεται σε μεταλλάξεις από εκτροφείς αλλά και από προσμίξεις μεταξύ διαφόρων ειδών.
Οι μικρές πιστιλωτές αυτές σπίζες προτιμούν ως φυσικούς τους βιότοπους τα αποψιλωμένα δάση, τους αραιούς θάμνους, τα ξέφωτα, αποφεύγοντας συστηματικά τα κρύα, υγρά και τροπικά βόρεια μέρη. Φωλιές τους έχουν βρεθεί σε θάμνους, χαμηλά δέντρα, σε κοιλότητες βράχων, σε σχισμές ή ρωγμές τοίχων και κτισμάτων, σε λαγούμια, στο έδαφος, ακόμα και σε φωλιές τερμιτών. Επίσης πολλές φορές μπορούν να χρησιμοποιήσουν και τις φωλιές άλλων πουλιών.
Το κελάηδημά του θεωρείται θορυβώδες χωρίς να περιέχει μελωδικά καλέσματα. Αποτελείται κυρίως από μικρά ηχητικά σήματα, σύντομα καλέσματα με σύνθετο ρυθμό και ποικίλη πολυπλοκότητα.
Διατροφή
Τα ζεβράκια είναι κυρίως σποροφάγα πουλιά και το μικρό, σκληρό, κωνικό ράμφος τους είναι προσαρμοσμένο για να ανοίγει τους μικρούς σπόρους. Στην αιχμαλωσία έχουν ιδιαίτερη ανάγκη από ισορροπημένη διατροφή.Δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο κεχρί χωρίς να αποκλείουν μια μεγάλη ποικιλία από σπόρους. Απολαμβάνουν ιδιαίτερα τα φρούτα, τα λαχανικά όπως σπανάκι και μαρούλι, τα βραστά αυγά με το τσόφλι αλλά και τα αποξηραμένα έντομα και τα σκουλήκια. Τρώνε ευχαρίστως από ψωμί μέχρι και καλαμπόκι.
Γενικά είναι αδηφάγα πουλιά αλλά πολύ ακατάστατα. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο έχουν έντονη την ανάγκη πρόσληψης ασβεστίου και έτσι το σουπιοκόκαλο είναι απαραίτητο στην διατροφή τους. Επειδή είναι πολύ δραστήρια πουλιά έχουν αυξημένο μεταβολισμό και είναι αδύνατον να επιβιώσουν για περισσότερες από 1-2 μέρες χωρίς τροφή.
Φροντίδα
Σε συνθήκες εκτροφής πρέπει να τους διατίθεται ευρύχωρο κλουβί, ειδικά αν ζουν μαζί περισσότερα από ένα ζευγάρια. Στην περίπτωση που το κλουβί είναι ψηλό τείνουν να αφήνουν αχρησιμοποίητη την χαμηλότερη περιοχή του κλουβιού και να προτιμούν να κάθονται στην κορυφή του. Όμως επειδή τα τα ζεμπράκια δεν είναι πουλιά που πετούν κατακόρυφα, ούτε σκαρφαλώνουν, έχουν ανάγκη από ένα μακρόστενο μεγάλο κλουβί που τους εξασφαλίζει χώρο για μακρινές πτήσεις. Οι πατήθρες τους θα ήταν χρήσιμο να είναι σε διαφορετικά μεγέθη προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα με τα πόδια τους.Η παροχή φρέσκια τροφής αλλά και νερού καθημερινά κρίνεται αναγκαία όπως επίσης και η παροχή μιας μπανιέρας, αφού πρόκειται για πουλιά που κυριολεκτικά λατρεύουν να πλατσουρίζουν στο νερό. Η καθημερινή υγιεινή τους συνίσταται στην περιποίηση του φτερώματός τους αλλά και των ευαίσθητων ποδιών τους. Η καθαριότητα του κλουβιού σε συχνή βάση είναι αναγκαία μιας και όπως αναφέρθηκε είναι πουλιά ακατάστατα με το φαγητό τους, αφού έχουν την τάση να το σκορπίζουν στο πάτωμα του κλουβιού.
Η απευθείας έκθεση του κλουβιού στο ηλιακό φώς ειδικά τις πολύ ζεστές μέρες πρέπει να αποφεύγεται, αλλά απλά να τοποθετείται κοντά σε φώς. Επίσης δεν αντέχουν τις ακραίες καιρικές χειμωνιάτικες συνθήκες και πρέπει να υπάρξει μέριμνα για την τοποθέτηση του κλουβιού σε ιδανικές συνθήκες θερμοκρασίας.
Γενικά είναι πολύ εύκολα πουλιά στην φροντίδα τους και συνιστώνται για αρχάριους εκτροφείς. Στο φυσικό τους περιβάλλον το προσδόκιμο ζωής τους αγγίζει τα 5 χρόνια, ενώ σε συνθήκες εκτροφής και ανάλογα με την φροντίδα που τους παρέχεται μπορεί να ζήσουν μέχρι και 10 χρόνια. Έχουν καταγραφεί και σπάνιες περιπτώσεις που έχουν ζήσει έως 15 χρόνια.
Αναπαραγωγή
Εάν σκέφτεστε να αναπαράξετε τα ζεμπράκια σας, βεβαιωθείτε πρώτα ότι έχετε το χρόνο και τα μέσα για τη φροντίδα των πουλιών. Εάν δεν σκοπεύετε να κρατήσετε τους απογόνους, φροντίστε πριν από την αναπαραγωγή να βρείτε τα σπίτια που θα αναλάβουν τη φροντίδα των νέων πουλιών. Η ανεύθυνη αναπαραγωγή δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στα πουλιά αλλά και σε εσάς τους ίδιους.
Το ζευγάρι που προορίζετε για αναπαραγωγή πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 έτους να είναι και τα δύο πουλιά απολύτως υγιή και χωρίς αναπηρίες.
Τα ζεμπράκια αναπαράγονται σχεδόν όλες τις εποχές του χρόνου. Πολλές φορές αρέσκονται στο να φτιάχνουν μια φωλιά μόνο και μόνο για να κοιμούνται. Όταν το ζευγάρι είναι σε αναπαραγωγική φάση θα δείξει σημάδια και συμπεριφορά τέτοια που δεν θα χωράει αμφιβολία ότι θέλει να ζευγαρώσει. Ακόμα και αν δεν βρει έτοιμη καλαθωτή φωλιά, είναι ικανό να μετατρέψει και μια ταΐστρα σε φωλιά βάζοντας μέσα φύλλα, χαρτιά, πούπουλα ή και φλούδια από σπόρους, προκειμένου να τοποθετήσει εκεί τα αυγά του.
Η συμπεριφορά αυτή παραπέμπει αμέσως σε υποψία φωλιάσματος οπότε πρέπει να τους χορηγηθεί άμεσα ειδικό νήμα για να πλέξουν τη φωλιά τους.
Τα zebra finch χρειάζονται μία κλειστή καλαθωτή φωλιά για μικρούς σπίνους ή μία ξύλινη φωλιά όπως των παπαγάλων διαστάσεων 15 εκ x 15 εκ x 15.
Ωοτοκία και εκκόλαψη
Ένα ζευγάρι zebra finch μπορεί να γεννήσει μέχρι και οκτώ ή περισσότερα αυγά σε μία φωλιά, αλλά ο μέσος όρος κυμαίνεται μεταξύ τριών και έξι αυγών. Η θηλυκιά γεννά συνήθως ένα αυγό κάθε μέρα έως ότου ολοκληρωθεί η φωλιά και αρχίζει να επωάζει τα αυγά αφού γεννήσει τα περισσότερα από τα μισά του συνόλου τους.Τα αυγά των zebra finch αρχίζουν να εκκολάπτονται μετά από 13 - 14 ημέρες από την έναρξη της συστηματικής επώασης. Κατά κανόνα, εάν ένα αυγό δεν έχει εκκολαφθεί εντός 20 ημερών, μπορεί να απομακρυνθεί με ασφάλεια.
Αυτήν την περίοδο είναι καλό να αφήσετε τα πουλιά μόνα τους και να ελαχιστοποιήσετε τους θορύβους και τη δραστηριότητά σας στο περιβάλλον τους. Το στρες μπορεί να γίνει αιτία να παρατήσει το θηλυκό τα αυγά.
Ανατροφή και ανεξαρτητοποίηση νεοσσών
Τα ζεμπράκια είναι πολύ στοργικοί γονείς και φροντίζουν και οι δύο για τους νεοσσούς τους. Σε αυτή τη φάση πρέπει να παρέχεται στους γονείς μία διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, όπως τα αυγά, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν την καλή ανάπτυξη των νεοσσών.Τα μικρά ανεξαρτητοποιούνται συνήθως μεταξύ 4 και 6 εβδομάδων, όταν αρχίζει πλέον η μύτη τους να γίνεται πορτοκαλί χρώμα, όπως και των γονιών τους. [1] Αποκτούν το ενήλικο φτέρωμα σε ηλικία 5 έως 6 εβδομάδων, δηλαδή περίπου τη στιγμή που μπορείτε να τα μεταφέρετε στο δικό τους κλουβί.
Υβριδισμοί του Zebra finch (Taeniopygia guttata)
Αυτές είναι ορισμένοι υβριδισμοί των Zebra finch που έχουν καταγραφεί ως σήμερα:
Taeniopygia guttata x Carduelis caniceps (Γκριζοκέφαλη καρδερίνα)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Τα υβρίδια άρχισαν να αναπτύσσοται στο αυγό αλλά δεν εκκολάφτηκαν.Καταγραφή από Goudie 1932.
Taeniopygia guttata x Carduelis carduelis (Ευρωπαϊκή καρδερίνα) ♀
Εικάζεται ότι τα υβρίδια παρατηρήθηκαν σε εκτρεφόμενα πτηνά. Ο Goudie σε επιστολή του στο περιοδικό Avicultural, λέει ότι "βρήκα νεκρούς νεοσσούς μέσα στα αυγά, αφού οι γονείς εγκατέλειψαν τη φωλιά μετά από ενόχληση".Καταγραφή από Goudie 1932.
Taeniopygia guttata x Crithagra leucopygia ex Serinus leucopygius (White-rumped seedeater) ♂
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά.Καταγραφή από George Anderdon 1957, Avicultural Magazine 1957.
Taeniopygia guttata ♀ x Erythrura trichroa (Blue-faced Parrotfinch)
Εικάζεται ότι τα υβρίδια παρατηρήθηκαν σε εκτρεφόμενα πτηνά. Παρατηρήθηκε ένα μόνο υβρίδιο καταγράφηκε στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας.Η Annie P. Gray λέει στο βιβλίο της Bird hybrids 1958, ότι ο αρσενικός γονέας ♂ ενδέχεται να ήταν Lonchura castaneothorax αντί για Erythrura trichroa. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.
Καταγραφή από Gray 1958, Hopkinson 1926.
Δείτε: Erythrura trichroa (Blue-faced Parrotfinch).
Taeniopygia guttata ↔ x Estrilda astrild (Εστρίλδα κοινή)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Butler 1906, Cayley 1932, Hodgson 1899, Hopkinson 1926, 1938, Immelmann 1965.
Δείτε: Estrilda astrild (Εστρίλδα κοινή).
Taeniopygia guttata ↔ x Lagonosticta rubricata (African firefinch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Immelmann 1982.
Taeniopygia guttata ↔ x Lagonosticta senegala (Red-billed firefinch)
Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους. Στο μουσείο Alexander Koenig υπάρχει δείγμα του πτηνού.Καταγραφή από Fehrer 1993, Gray 1958, Porter 1948, Wolter 1977.
Taeniopygia guttata ♂ x Lonchura atricapilla (Chestnut munia)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια.Καταγραφή από Immelmann 1982.
Taeniopygia guttata ↔ x Lonchura cantans (African silverbill)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια.Καταγραφή από Butler 1906, Cayley 1932, Hopkinson 1926, Kratz 1875, Immelmann 1962, 1982, 1977, Steiner 1936, 1945.
Taeniopygia guttata ♀ ίσως και ↔ x Lonchura castaneothorax (Chestnut-breasted mannikin)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.Καταγραφή από Cayley 1932, Iles 1977, Immelmann 1962, 1982, Immelmann 1977.
Σημείωση: Δύο πληθυσμοί (cucullata, scutata), που αντιμετωπίζονται ως υποείδη του Lonchura cucullata, έχουν δημιουργήσει έναν υβριδικό πληθυσμό που εκτείνεται από τη λίμνη Ταγκανίκα έως το κεντρικό Σουδάν. Restall 1997.
Taeniopygia guttata ♂ x Lonchura domestica (Κοινωνικός σπίνος)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια.Ο Ten Cate διαπίστωσε ότι όταν τα αρσενικά Zebra finch μεγαλώνουν από μικτά ζευγάρια ή εκτίθενται σε Κοινωνικούς σπίνους (Bengalese finch) πριν από το τέλος της ανεξαρτητοποίησής τους, τότε κατά την ωρίμανση τους "φλερτάρουν" μεταξύ τους, ενώ τα Zebra finch "φλερτάρουν" τα θηλυκά υβρίδιά τους συχνότερα. Η προτίμησή των υβριδίων για ένα Zebra finch ταίρι αυξάνεται όταν αυτά ανατρέφονται από παραμάνες Zebra finch (Cate και Mug 1984).
Καταγραφή από Bird Notes 1914, Gray 1958, Immelmann 1962, 1982, 1977, Robiller 1978, ten Cate 1986, 1987, ten Cate και Mug 1984.
Δείτε: Lonchura domestica (Κοινωνικός σπίνος).
Taeniopygia guttata ♀ x Lonchura griseicapilla (Grey-headed silverbill)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Immelmann 1962, 1982.
Taeniopygia guttata ♀ x Lonchura leucosticta (White-spotted mannikin)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Restall 1997.
Taeniopygia guttata ↔ x Lonchura malabarica (Indian silverbill)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια.Καταγραφή από Bird Notes 1923, Hachisuka (Marquess) 1928, Immelmann 1962 1982, Immelmann 1977, Sich 1927, Skinner 1975.
Taeniopygia guttata ♀ x Lonchura malacca (Tricoloured munia)
Τα υβρίδια κατά πάσα πιθανότητα παρατηρήθηκαν σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Immelmann 1982, Pyman 1924.
Taeniopygia guttata ♀ x Lonchura striata (White-rumped munia)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Immelmann 1977.
Taeniopygia guttata x Lonchura striata acuticauda (υποείδος του White-rumped munia)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια.Καταγραφή από Steiner 1945.
Σημείωση: Το είδος Lonchura atricapilla, όπως περιγράφεται από τον Restall, είναι αποτέλεσμα πολλών υβριδισμών που όταν δημιουργούν έναν ικανό πληθυσμό αντιμετωπίζονται συνήθως ως ξεχωριστό είδος. Restall 1997.
Taeniopygia guttata ↔ x Neochmia modesta (Plum-headed finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. LFH? Κατά πάσα πιθανότητα η γονιμότητα είναι χαμηλή στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια. Τα περισσότερα υβρίδια είναι αρσενικά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.Καταγραφή από Cayley 1932, Decoux 1920, 1921, Die Gefiederte Welt 1898, 1899, 1900, 1901, Gray 1958, Hachisuka (Marquess) 1928, Hopkinson 1926, 1938, Iles 1977, Immelmann 1982, Immelmann 1977, Oguma 1933, Steiner 1966.
Taeniopygia guttata ↔ x Neochmia ruficauda (Star finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά.Καταγραφή από Baker and Ranson 1938, Cayley 1932, Hopkinson 1926, 1938, Immelmann 1962, 1982, Immelmann 1977.
Taeniopygia guttata ↔ x Ortygospiza atricollis (Black-faced quailfinch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους.Καταγραφή από Gray 1958.
Taeniopygia guttata ♂ x Lonchura oryzivora (Πιγκουινάκια - Java sparrow)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στις Νήσους Μικρές Σούνδες.Καταγραφή από Decoux 1910, Immelmann 1982, 1977.
Δείτε: Lonchura oryzivora (Πιγκουινάκια - Java sparrow)
Taeniopygia guttata ↔ x Poephila acuticauda (Long-tailed finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.Καταγραφή από Bird Notes 1911, Boosey 1951, Boosey and Brooksbank 1933, Cayley 1932, Hopkinson 1926, 1938, Immelmann 1962, 1982, 1977.
Δείτε: Poephila acuticauda (Long-tailed finch)
Taeniopygia guttata ↔ x Poephila cincta (Black-throated finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Η φωνή των υβριδίων είναι όμοια με των Zebra finch.Καταγραφή από Cayley 1932, Iles 1977, Hopkinson 1932, Immelmann 1962, 1982, 1977, Scott 1933.
Taeniopygia guttata ↔ x Poephila personata (Masked finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια. Τα εν λόγω υβρίδια είναι σχετικά εύκολο να παραχθούν.Καταγραφή από Gray 1958, Hopkinson 1926, 1938, Iles 1977, Immelmann 1962, 1982, 1977.
Taeniopygia guttata ♂ x Serinus domesticus (Καναρίνι)
Εικάζεται ότι τα υβρίδια παρατηρήθηκαν σε εκτρεφόμενα πτηνά. Ο Bicker-Caarten ανέφερε ότι είδε τους υποτιθέμενους γονείς να ζευγαρώνουν και ότι αργότερα βρήκε ένα νεοσσό στη φωλιά. Ο Russ ανέφερε εκκόλαψη υβριδίου.Καταγραφή από Bicker-Caarten 1903, Russ 1911.
Taeniopygia guttata ↔ x Stagonopleura guttata (Diamond firetail)
CANHR Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά αλλά και στο φυσικό περιβάλλον. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.Καταγραφή από Butler 1906, Cayley 1932, Gray 1958, Hopkinson 1938, Iles 1977, Immelmann 1962, 1982, 1977, Kinghorn 1928, Neunzig 1921, Oppenborn 1971, Phillips 1900, Prestwich 1948, Rokitansky and Schifter 1968, Steiner 1945.
Δείτε: Stagonopleura guttata (Diamond firetail)
Αυτά τα υβρίδια είναι σχετικά εύκολο να παραχθούν. Ο Kinghorn περιγράφει ένα υβρίδιο που παρατήρησε στη φύση ως εξής:
"Η πλάτη και το κεφάλι έχουν τον ίδιο χρωματισμό με τα Diamond firetail. Το ράμφος είναι κόκκινο και τα φτερά του στο άνοιγμα είναι λευκά προς απαλό ροζ. Ο λαιμός είναι λευκός και έχει μία πλατιά εγκάρσια γραμμή στο στήθος όπως τα Firetail, αλλά το χρώμα της αντί για μαύρο είναι απαλό γκρι-ροζ χρώμα.
Τα φτερά της ουράς, τόσο σε μέγεθος όσο και σε σχήμα, είναι όμοια με του Zebra finch, όπως και τα τα καλυπτήρια της ουράς που όμως το χρώμα τους είναι ροζ αντί του συνηθισμένου λευκού. Οι τυπικές μαύρες ραβδώσεις των Ζέμπρα αντικαθίστανται από κοκκινωπές προς καστανές.
Οι λευκές βούλες στα πλευρά έχουν ενδιάμεσο μέγεθος σε σχέση με αυτές των δύο πουλιών και έχουν ανοιχτόχρωμο κάστανο χρώμα.
Τα πόδια είναι κίτρινα ενώ ροδίζουν ελαφρά. Τα καστανόχρωμα χαρακτηριστικά των Zebra "αυτιά" δεν εμφανίζονται στο υβρίδιο, ενώ το τραγούδι είναι όμοιο με αυτό των Zebra finch.
Taeniopygia guttata ↔ x Taeniopygia bichenovii (Double-barred finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Χαμηλή γονιμότητα στα υβρίδια. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα εν λόγω υβρίδια δεν είναι σε θέση να παράγουν απογόνους ή παράγουν σπάνια. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού επικαλύπτονται στην Αυστραλία.Πρόκειται για μία κοινή διασταύρωση. Αυτά τα υβρίδια μπορεί αρχικά να φαίνονται ως αρσενικά αλλά αργότερα παίρνουν το φτέρωμα και το τραγούδι των θηλυκών.
Ο Hawkins λέει ότι ένα αρσενικό υβρίδιο κατάφερε να παράξει γόνιμα αυγά με θηλυκή Bengalese.
Καταγραφή από Avicultural Magazine 1899, 1906, 1907, 1957, Brooksbank 1949, Butler 1906, Cayley 1932, Die Gefiederte Welt 1901, Gray 1958, Hachisuka (Marquess) 1928, Hawkins 1900, Hopkinson 1926, 1934, Iles 1977, Immelmann 1962, 1982, 1977, Oppenborn 1971, Robiller 1978, Steiner 1945.
Taeniopygia guttata ↔ x Taeniopygia castanotis (υποείδος Zebra finch)
Ο υβριδισμός παρατηρήθηκε σε εκτρεφόμενα πτηνά. Οι αναπαραγωγικές γραμμές των ζευγαριών υβριδισμού δεν συνδέονται μεταξύ τους. HPF(♂&♀) Τα υβρίδια είναι μερικώς γόνιμα και στα δύο φύλα, δηλαδή και από τα δύο έχουν παραχθεί απόγονοι.Καταγραφή από Clayton 1996, 1996, 1996, 1996d, Zann 1996.
Σύμβολα
♂ Αρσενικό ♀ Θηλυκό ↔ Και τα δύο φύλαΟνοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Taeniopygia guttata Ελληνική ονομασία: Ζεμπράκι Αγγλική ονομασία: Zebra finch Τάξη: Στρουθιόμορφα Οικογένεια: Εστριλδίδες Γένος: Taeniopygia Είδος: T. guttataΆλλα είδη του γένους ταινιοπήγια
Double-barred finch (Taeniopygia bichenovii)
Media gallery Ταινιοπύγια
Το Κοτσύφι ή Κότσυφας ή Μαυροπούλι όπως το φωνάζουν στην Κύπρο είναι η πιο διαδεδομένη τσίχλα που συναντάται ευρύτατα στην Ελληνική ύπαιθρο.
Ο Κότσυφας ή Κοτσύφι
Είναι ευρύτατα διαδεδομένο πουλί όχι μόνο στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά και την Ρωσία, την Ασία, την Βόρεια Αφρική, ακόμα και στην Αυστραλία και την Ν. Ζηλανδία.
Μορφολογία
Το Κοτσύφι είναι ένα μεσαίου μεγέθους πουλί που δεν ξεπερνάει τα 29 εκατοστά εκ των οποίων τα 12 εκατοστά αποτελούν την ουρά. Σε πτήση το άνοιγμα των φτερών του αγγίζει τα 38 εκατοστά και ζυγίζει μέχρι 90 γραμμάρια.Αν και είναι μοναχικό πουλί, το Κοτσύφι αναγνωρίζεται εύκολα από το κατάμαυρο λαμπερό φτέρωμά του, από το πορτοκαλοκίτρινο, σχεδόν στο χρώμα του κεχριμπαριού ράμφος του, αλλά και από τον κίτρινο στενό οφθαλμικό δακτύλιο που περικλείει τα μεγάλα μάτια του.
Το ράμφος του αρσενικού σκουραίνει ελαφρώς το χειμώνα. Το ενήλικο θηλυκό έχει γκριζοπράσινο φτέρωμα, καφετί λαιμό και ασαφείς ραβδώσεις στο στήθος. Το ράμφος είναι σκουρόχρωμο, ενώ η ουρά και στα δύο φύλα είναι μακριά.
Συχνά συγχέεται με το ψαρόνι λόγω του σκούρου φτερώματος, αλλά ο κότσυφας ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό του περπάτημα και το τίναγμα της ουράς του την ώρα που προχωρά με γρήγορα άλματα ή στέκεται ακίνητος.
Ο κότσυφας είναι ενδημικό αλλά και αποδημητικό πουλί. Με το τέλος του Φθινοπώρου πολλά πουλιά του είδους μεταναστεύουν στη χώρας μας από τις Βόρειες παγωμένες χώρες όπως τις Ρωσία, Σκανδιναβία, για να περάσουν τον χειμώνα σε πιο ζεστά μέρη.
Φωνή
Το τραγούδι των αρσενικών κοτσυφιών είναι ποικιλόμορφο και μελωδικό, χαμηλού τόνου που θυμίζει ήχους φλάουτου. Το ακούμε συνήθως την περίοδο από Μάρτιο έως Ιούνιο και μερικές φορές μέχρι τις αρχές Ιουλίου από συστάδες δέντρων, στέγες ή άλλες υπερυψωμένες θέσεις.Εκτός από τους χαμηλότονους ήχους φλάουτου, η φωνή του κότσυφα περιέχει έντονα καλέσματα που χρησιμοποιεί ως συναγερμό όταν αντιλαμβάνεται κίνδυνο από αρπακτικά.
Βιότοπος
Το Κοτσύφι μπορεί να κάνει την εμφάνισή του όπου υπάρχει πράσινο. Άλση, πάρκα, ρεματιές, φράχτες, δάση, πουρνάρια θαμνώδεις εκτάσεις είναι μέρη που προτιμά να ζει και να αναπαράγεται. Βουνά αλλά και πόλεις αποτελούν τον κυριότερο βιότοπό του.Επειδή συνήθως βρίσκει καταφύγιο σε χαμηλή πυκνή βλάστηση αλλά και σπανιότερα σε σκιερά δασώδη μέρη, τα τελευταία χρόνια ο πληθυσμός τους υφίσταται μείωση από τους εχθρούς του.
Εκτός από τον άνθρωπο που τον κυνηγά για το κρέας του που θεωρείται εκλεκτό έδεσμα αλλά και τον φυλακίζει για να απολαύσει το μελωδικότατο κελάηδημά του, κυνηγιέται έντονα και από τους φυσικούς του εχθρούς που είναι άλλα αρπαχτικά πουλιά ή και τα φίδια, οι σκαντζόχοιροι, οι γάτες, οι νυφίτσες, οι αλεπούδες κτλ.
Η μείωση των βιότοπων λόγω των καλλιεργειών αλλά και η αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων είναι και επίσης από τους σημαντικούς παράγοντες της μείωσης του πληθυσμού.
Διατροφή
Κατά την αναζήτηση της τροφής του, το Κοτσύφι πεταρίζει χαμηλά πάνω από το έδαφος και ψάχνει στα χαμόκλαδα και τις ρίζες των δέντρων να βρει ελιές, σπόρους, κούμαρα, έντομα, γαιοσκώληκες, μούρα και φρούτα από οπωροφόρα δέντρα.Αν και καχύποπτο πουλί, δεν διστάζει να τρυπώσει με θράσος ακόμα και σε αυλές σπιτιών προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη τροφή. Έχει την ικανότητα να ανασηκώνει με το ράμφος του τα φύλλα ψάχνοντας από κάτω για έντομα και σαλιγκάρια και να στρέφει το κεφάλι κοιτώντας λοξά με τα μεγάλα του μάτια.
Αναπαραγωγή
Το Κοτσύφι είναι από τα πρώτα πουλιά που φτιάχνει τον Μάρτη την φωλιά του. Επιλέγει να την χτίσει όχι πολύ χαμηλά στο έδαφος αλλά όπου υπάρχει πυκνή θαμνώδης βλάστηση. Με λεπτά κλαδάκια, χόρτα, τρίχες, λάσπη και φτερά επιμελείται με επιδεξιότητα την κατασκευή μιας καλαθωτής περίτεχνης φωλιάς.Εκεί γεννάει από 3-6 γαλαζωπά αυγά με καφεκόκκινα στίγματα και μέχρι τέλος του Ιουνίου που τελειώνει η αναπαραγωγική περίοδος γεννάει ακόμα 2-3 φορές.
Η περίοδος της εκκόλαψης διαρκεί από 15-19 ημέρες και την φροντίδα των νεοσσών αναλαμβάνουν εξίσου και οι δύο γονείς για είκοσι περίπου μέρες. Η πλήρης ανεξαρτητοποίηση έρχεται μετά την 35η μέρα.
Πολλές φορές η κακοκαιρία του Μαρτίου δεν αφήνει τους ευάλωτους νεοσσούς να επιβιώσουν και ο στοργικός κότσυφας καταδικάζεται να περιμένει την επόμενη γέννα για να δει τα παιδιά του να ξεπεταρίζουν από την φωλιά.
Κάθε ζευγάρι καταλαμβάνει την δική του περιοχή και τα αρσενικά δεν διστάζουν να οδηγηθούν και σε τραυματισμούς για να προστατέψουν την περιοχή τους από άλλα πουλιά του είδους τους.
Το εντυπωσιακό κελάηδημα του κότσυφα έχει δυνατό, καθαρό, μελωδικό ήχο που ακούγεται από τον Φλεβάρη μέχρι περίπου τον Ιούλιο. Προσελκύει το θηλυκό με γλυκά καλέσματα ενώ όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα κελαηδά υποτονικά.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
- Διωνυμική ονοματολογία: Turdus merula
- Ελληνική: Κοτσύφι, Κότσυφας
- Αγγλική: Common blackbird
- Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
- Οικογένεια: Κιχλίδες (Turdidae)
- Γένος: Κίχλη (Turdus)
- Είδος: T. merula
Media gallery Τσιχλών
Σχετικό περιεχόμενο
Πως να φροντίσω κοτσυφάκι που έπεσε από τη φωλιά; Κελαηδότσιχλα (Turdus philomelos)Η μετάλλαξη Κοβάλτιο είναι η 9η αναγνωρισμένη μετάλλαξη των καναρινιών χρώματος. Πρόκειται για μια αυτοσωματική υπολειπόμενη μετάλλαξη.
Η Μετάλλαξη Κοβάλτιο
Μαύρο Κοβάλτιο
Καφέ Κοβάλτιο
Αχάτης Κοβάλτιο
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο
Κληρονομικότητα της μετάλλαξης
Η Μετάλλαξη Κοβάλτιο
Η δράση της στις κλασικές μελανίνες αφορά τη διεύρυνση των περιοχών της ευμελανίνης σε όλο το πτέρωμα, μέχρι τις άκρες των φτερών στις πτέρυγες.
Το αποτέλεσμα της επίδρασης της μετάλλαξης δίνει ένα μαύρο χρώμα συνολικά στο πτέρωμα (συμπεριλαμβανομένης της κοιλιάς και της περιοχής της αμάρας) το οποίο όμως έχει μία θαμπή απόχρωση.
Μαύρο Κοβάλτιο
Οι ραβδώσεις της ευμελανίνης είναι παρόμοιες με εκείνες ενός κλασικού μαύρου. Φαρδιές και συνεχείς. Η επέκταση της μελανίνης σε όλο το πτέρωμα δίνει ένα βαθύ γκρι χρώμα παντού, μέχρι τα άκρα των φτερών, ιδιαίτερα στην περιοχή της αμάρας, ανεξάρτητα από την κατηγορία. Η φαιομελανινη απουσιάζει εντελώς.
Το ράμφος, τα πόδια και τα νύχια είναι μαύρα.
Κατηγορίες και Ονοματολογία
Μαύρα Κοβάλτιο Λευκά
Μαύρο Κοβάλτιο ΛευκόΜαύρα Κοβάλτιο Κίτρινα
Μαύρο Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Μαύρο Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Μαύρο Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκό

Μαύρα Κοβάλτιο Κόκκινα
Μαύρο Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Μαύρο Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Μαύρο Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκό
Βαθμολογία 30 (μελανίνη)
Πρότυπα Κρίσης και Βαθμολόγηση
EXCELLENT
- Μέγιστη οξείδωση του πτερώματος σε ολόκληρο το πουλί.
- Οι ραβδώσεις είναι μεγάλες, φαρδιές και καλά καθορισμένες.
- Έντονος σκούρος γκρι χρωματισμός σε ολόκληρο το πτέρωμα.
- Απουσία φαιομελανίνης.
- Πόδια, νύχια και ράμφος, μαύρα.
GOOD
- Ίδιο με ένα εξαιρετικό δείγμα (excellent) αλλά με ελαφρά ίχνη φαιομελανίνης.
ACCEPTABLE
- Λιγότερη οξείδωση του μαύρου.
- Καλή παρουσία του γκρι αλλά λιγότερο σκούρα.
- Οι ραβδώσεις είναι πολύ φαρδιές ή πολύ στενές.
- Ελαφρά ίχνη φαιομελανίνης.
- Πόδια, νύχια και ράμφος, λιγότερο σκούρα.
POOR
- Ανεπαρκής οξείδωση.
- Έλλειψη φωτεινότητας στις ραβδώσεις.
- Απουσία σχεδίων στην κεφαλή.
- Πτέρυγες πολύ "καθαρές".
- Έλλειψη μελανίνης σε όλο το σώμα και την περιοχή της αμάρας.
- Έντονη παρουσία φαιομελανίνης.
- Πόδια, ράμφος και νύχια είναι χωρίς μελανίνη.
Καφέ Κοβάλτιο
Το σχέδιο των ραβδώσεων είναι το ίδιο με αυτό ενός κλασικού καφέ, δηλαδή φαρδιές και συνεχείς. Επέκταση της σκούρας καφέ μελανίνης (όσο το δυνατό πιο σκούρη) σε όλο το πτέρωμα μέχρι τις άκρες των φτερών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των πτερύγων, της ουράς και της περιοχής της αμάρας, ανεξάρτητα από την κατηγορία.
Το ράμφος, τα πόδια και τα νύχια είναι καφέ.
Κατηγορίες και ονοματολογία
Καφέ Κοβάλτιο Λευκά
Καφέ Κοβάλτιο ΛευκόΚαφέ Κοβάλτιο Κίτρινα
Καφέ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Καφέ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Καφέ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΚαφέ Κοβάλτιο Κόκκινα
Καφέ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Καφέ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Καφέ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΒαθμολογία 30 (μελανίνη).
Παρουσίαση και Συζήτηση για τα Καναρίνια Καφέ Κοβάλτιο.
Πρότυπα κρίσης και βαθμολόγηση
EXCELLENT
- Μέγιστη δυνατή οξείδωση σε όλο το πτέρωμα, συμπεριλαμβανομένων των πτερύγων και της ουράς.
- Σκούρες καφέ ραβδώσεις, μακριές, φαρδιές και καλά καθορισμένες.
- Απουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια καφέ.
GOOD
- Καφέ οξείδωση σε όλο το πτέρωμα. Καφέ ραβδώσεις όμοιες με αυτές ένός εξαιρετικού (excellent) δείγματος.
- Ελαφρά ίχνη φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια καφέ.
ACCEPTABLE
- Λιγότερη οξείδωση του καφέ.
- Καλή κατανομή του καφέ αλλά λιγότερο σκούρη.
- Ραβδώσεις πολύ στενές ή υπερβολικά φαρδιές.
- Ελαφρά ίχνη φαιομελανίνης.
- Πόδια, νύχια και ράμφος λιγότερο οξειδωμένα.
POOR
- Ανεπαρκής οξείδωση του καφέ.
- Δεν υπάρχει σαφήνεια στο σχέδιο.
- Απουσία σχεδίου στην κεφαλή.
- Πτέρυγες πολύ "καθαρές".
- Έλλειψη μελανίνης σε όλο το πτέρωμα συμπεριλαμβανομένης της περιοχής της αμάρας.
- Έντονη παρουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια "καθαρά".
Αχάτης Κοβάλτιο
Οι ραβδώσεις είναι παρόμοιες με αυτές του κλασικού αχάτη. Το ράμφος, τα πόδια και τα νύχια έχουν το χρώμα της σάρκα.
Η επίδραση της διάχυσης της μαύρης ευμελανίνης παρατηρείται σε όλο το φτέρωμα,
(χαρακτηριστικό του κοβαλτιου), αλλά μειώνεται από την επίδραση της μετάλλαξης του αχάτη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις περιοχές του λαιμού, του θώρακα και ιδιαίτερα σε όλη την περιοχή της αμάρας, ανεξάρτητα από τον τύπο του φτερού. Η μαύρη ευμελανίνη διαχέεται για να δώσει ένα γκρι-ανθρακί αποτέλεσμα.
Το λιπόχρωμα φαίνεται λίγο πιο σκούρο.
Κατηγορίες και ονοματολογία
Αχάτης Κοβάλτιο Λευκά
Αχάτης Κοβάλτιο ΛευκόΑχάτης Κοβάλτιο Κίτρινα
Αχάτης Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Αχάτης Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Αχάτης Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΑχάτης Κοβάλτιο Κόκκινα
Αχάτης Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Αχάτης Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Αχάτης Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΒαθμολογία 30 (μελανίνη).
Πρότυπα κρίσης και βαθμολόγηση
EXCELLENT
- Ραβδώσεις όμοιες με αυτές ενός εξαιρετικού (Excellent) δείγματος κλασικού αχάτη.
- Διάχυση της μειωμένης ευμελανίνης πολύ εμφανής, από τον λαιμό μέχρι την περιοχή της αμάρας.
- Απουσία φαιομελανίνης.
- Το ράμφος, τα πόδια και τα νύχια έχουν το χρώμα της σάρκας.
GOOD
- Ραβδώσεις όμοιες με αυτές ενός καλού (Good) δείγματος κλασικού αχάτη.
- Διάχυση μειωμένης ευμελανίνης ορατή αλλά όχι τόσο καλή όσο σε ένα εξαιρετικό δείγμα. Καλή μείωση της φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια στο χρώμα σάρκας.
ACCEPTABLE
- Ραβδώσεις όμοιες με αυτές ενός αποδεκτού (Acceptable) δείγματος κλασικού αχάτη.
- Η μειωμένη ευμελανίνη διαχέεται αλλά είναι είτε πολύ άτονη ή πολύ σκούρα.
- Η φαιοελαλανίνη είναι ορατή.
- Ράμφος, πόδια και νύχια ελαφρώς σκούρα.
POOR
- Κακές ραβδώσεις όμοιες με αυτές ενός "φτωχού" (Poor) δείγματος κλασικού αχάτη.
- Η διάχυση της μελανίνης είναι είτε πολύ άτονη είτε πολύ σκούρα, τόσο ώστε να συγχέεται με ένα δείγμα Μαύρου.
- Η φαιοελαλανίνη είναι ορατή.
- Το ράμφος, τα νύχια και τα πόδια είναι σκούρα.
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο
Το σχέδιο που παρουσιάζει η ευμελανίνη, είναι πανομοιότυπο του κλασικού. Ράμφος πόδια και νύχια έχουν το χρώμα της σάρκας.
Η διάχυση της ευμελανίνης στην απόχρωση του καφέ-φουντούκι σε ολόκληρο το πτέρωμα μέχρι την άκρη των φτερών, είναι χαρακτηριστικό της μετάλλαξης. Η διάχυση της ευμελανίνης γίνεται όπως και στις άλλες υποκατηγορίες της μετάλλαξης Κοβάλτιο, η απόχρωση της όμως στην Ιζαμπέλα έχει το χρώμα του φουντουκιού.
Η αραίωση της ευμελανίνης είναι αντίστοιχη της κλασικής Ιζαμπέλας αλλά είναι ορατή και ευδιάκριτη στα χαμηλότερα σημεία του σώματος και ειδικότερα στην περιοχή του στομάχου (κάτι που συμβαίνει σε όλα τα Κοβάλτια, ανεξάρτητα από την υποκατηγορία που ανήκουν).
Οι λιποχρωμικοί χρωματισμοί επικαλύπτονται από τις μελανίνες.
Κατηγορίες και ονοματολογία
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Λευκά
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο ΛευκόΙζαμπέλ Κοβάλτιο Κίτρινα
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κίτρινο/Κίτρινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΙζαμπέλ Κοβάλτιο Κόκκινα
Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ έντονου και μη έντονου Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού αρσενικό Ιζαμπέλ Κοβάλτιο Κόκκινο/Κόκκινο ιβουάρ μωσαϊκού θηλυκόΒαθμολογία 30 (μελανίνη)
Πρότυπα κρίσης και βαθμολόγηση
EXCELLENT
- Σχέδιο αντίστοιχο ενός "εξαιρετικού", κλασικού τύπου.
- Διάχυση αραιωμένης ευμελανίνης, η οποία είναι ορατή στα κατώτερα σημεία του σώματος και ειδικότερα στην περιοχή του στομάχου.
- Απουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια στο χρώμα της σάρκας.
GOOD
- Σχέδιο αντίστοιχο ενός κλασικού τύπου.
- Διάχυση αραιωμένης ευμελανίνης ορατή, αλλά κατώτερη ενός "εξαιρετικού".
- Καλή ελάττωση ή μικρή παρουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια στο χρώμα της σάρκας.
ACCEPTABLE
- Σχέδιο αντίστοιχο ενός "αποδεκτού" κλασικού τύπου.
- Η διάχυση της αραιωμένης ευμελανίνης είναι πολύ υψηλή ή πολύ χαμηλή.
- Ανεπαρκής αραίωση.
- Εμφανής παρουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια στο χρώμα της σάρκας.
POOR
- Σχέδιο που δεν αντιστοιχεί στον κλασικό τύπο.
- Η διάχυση της αραιωμένης ευμελανίνης είναι πολύ άτονη ή δυσδιάκριτη ή πολύ έντονη.
- Εκτεταμένη παρουσία φαιομελανίνης.
- Ράμφος, πόδια και νύχια στο χρώμα της σάρκας.
Κληρονομικότητα της μετάλλαξης κοβάλτιο
Το γονίδιο της μετάλλαξης κοβάλτιο μεταβιβάζεται στους απογόνους ως εξής, ανεξάρτητα από το ποιος από τους δύο γονείς εμφανίζει ή φέρει τη μετάλλαξη:Normal* Χ Κοβάλτιο
100% καναρίνια φορείς κοβάλτιοΦορέας κοβάλτιο Χ Κοβάλτιο
50% καναρίνια κοβάλτιο 50% καναρίνια φορείς κοβάλτιοΦορέας κοβάλτιο Χ Φορέας κοβάλτιο
25% καναρίνια κοβάλτιο 50% καναρίνια φορείς κοβάλτιο 25% καναρίνιαΚοβάλτιο Χ Κοβάλτιο
100% καναρίνια κοβάλτιο- Ο όρος Normal αναφέρεται σε καναρίνι της ίδιας σειράς (Μαύρο, Καφέ, Αχάτης, Ιζαμπέλ) με μη μεταλλαγμένο γονίδιο στην ανάλογη θέση και όχι ένα καναρίνι ποικιλόχρωμο, φωνής, τύπου ή κοινό.
Media gallery Καναρινιών Κοβάλτιο
Η Αλκυόνη είναι το πτηνό που έχει συνδέσει το όνομά του με την περίοδο των ημερών της πρόσκαιρης καλοκαιρίας στην καρδιά του χειμώνα, που αποκαλούνται αλκυονίδες μέρες.
Η Αλκυόνη ή ψαροπούλι
Η Αλκυόνη είναι αναμφίβολα ένα εντυπωσιακό πουλί, στο οποίο, όπως αναφέρουν οι μύθοι, οφείλεται η καλοκαιρινή παρεμβολή στα μέσα του χειμώνα και ιδιαίτερα το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου. Η αρχαία Ελληνική μυθολογία διαθέτει μια πλούσια συλλογή μύθων για το φαινόμενο των αλκυονίδων ημερών.
Η Ευρωπαϊκή Αλκυόνη είναι ένα μικρομεσαίου μεγέθους πουλί που ζει και αναπαράγεται σε ποτάμια, σε ακτές, σε υγρότοπους αλλά και σε παράκτιες λιμνοθάλασσες της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ευρώπης γενικότερα.
Πρόκειται για ένα παχουλό, συμπαγές πουλί με μήκος μέχρι 20 εκατοστά με κοντή ουρά και πόδια, μεγάλο και χοντρό κεφάλι και δυσανάλογα μακρύ, δυνατό και ίσιο ράμφος.
Ένας μεσαιωνικός μύθος αναφέρει ότι το αρχικό χρώμα της ήταν γκρίζο. Φτερούγισε όμως πολύ ψηλά, τόσο που η ράχη της πήρε το χρώμα του ουρανού και το στήθος και η κοιλιά της τσουρουφλίστηκαν από τον ήλιο.
Το εντυπωσιακό αυτό ψαροπούλι, παρά τα δυσανάλογα χαρακτηριστικά του, έχει πανέμορφα χρώματα. Γαλαζοπράσινες, σχεδόν ηλεκτρίκ φτερούγες και κορώνα, λαμπερό γαλάζιο, με μεταλλικές ανταύγειες στη πλάτη και την κοντή ουρά της, κάτασπρο μπάλωμα στο λαιμό και πορτοκαλοκόκκινα μάγουλα, στήθος και κοιλιά.
Τα ενήλικα πουλιά έχουν ανοιχτοκόκκινα πόδια, ενώ τα ανήλικα γκριζωπά, με φτέρωμα μουντό και πράσινο. Τα αρσενικά έχουν ολόμαυρο ράμφος ενώ τα θηλυκά έχουν κοκκινωπή την βάση του κάτω ράμφους.
Παρά τα έντονα χρώματα που διαθέτει η Αλκυόνη, είναι δυσδιάκριτη στο φυσικό της περιβάλλον και ιδίως όταν παραμονεύει ακίνητο στα κλαδιά των υδρόφιλων δέντρων και θάμνων προκειμένου να αρπάξει την τροφή του, την οποία και αποτελούν αποκλειστικά τα ψάρια.
Αν και είναι δειλό πουλί, σπάνια παραμένει ακίνητη. Είναι ικανή να φτεροκοπά επιτόπου προκειμένου να εντοπίσει τη λεία της και την πιάνει με κάθετες βουτιές σε περιοχές με ρηχά κυρίως νερά. Έχει πέταγμα γρήγορο, σε ευθεία γραμμή και χαμηλά πάνω από το νερό.
Κατά την πτήση της Αλκυόνης ακούγεται ένα οξύ, σύντομο σφύριγμα που επαναλαμβάνεται μόνο σε ένταση. Δεν φημίζεται για το κελάηδημά της, το οποίο αποτελείται από σύντομες φράσεις σε ακανόνιστο ρυθμό.
Αναπαραγωγή
Η Αλκυόνη γεννάει τα αυγά της το συνήθως μέσα στον παγερό Ιανουάριο. Επιλέγει άλλοτε περιοχές με ρυάκια με γλυκό νερό και βλάστηση στις όχθες, άλλοτε βράχους κοντά στην θάλασσα αλλά και βαλτώδεις εκβολές ποταμών με πυκνές καλαμιές για να φτιάξει την φωλιά της.Σκάβει βαθιά τρύπα μέχρι και βάθους ενός μέτρου στις κάθετες όχθες, και εκεί γεννάει τα αυγά της. Είναι από τα λίγα πουλιά που γεννάει τα αυγά της στην καρδιά του χειμώνα και για να μπορέσει να τα επωάσει, η φύση φροντίζει κατά το διάστημα της επώασης να ζεσταίνει ο καιρός για να μπορέσει να πολλαπλασιαστεί το είδος.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Alcedo atthis Ελληνική Ονομασία: Αλκυόνη Αγγλική ονομασία: Common kingfisher ή Eurasian kingfisher ή River kingfisher. Τάξη: Κορακόμορφα Οικογένεια: Αλκυόνίδες (Alcedinidae) Γένος: Alcedo Είδος: A. atthisΣχετικό περιεχόμενο
Alcedo το γένος των ΑλκυόνωνΗ Δεντροσταρήθρα είναι ένα μικρό εδαφόβιο πουλί της οικογένειας των κορυδαλλών. Την φωνάζουν Τουρλί ενώ στη Κύπρο την ονομάζουν πευκοτρασιήλα.
Η δεντροσταρήθρα ή τουρλί
Η Δεντροσταρήθρα είναι ένα μικρόσωμο καφετί πουλάκι μεγέθους 15 εκατοστών που ζει και αναπαράγεται στην χώρα μας αλλά και στην Κύπρο, την Ευρώπη, την Ασία, την Τουρκία και τα Βόρεια παράλια της Αφρικής. Τα ανοιχτά δάση κωνοφόρων αλλά και πλατύφυλλων δέντρων, οι σκόρπιες συστάδες δέντρων, τα ξέφωτα και οι θαμνότοποι αποτελούν τον φυσικό βιότοπό της.
Περιγραφή
Έχει καφετί φτέρωμα με κοντή ουρά και φαρδιά φτερά με τα οποία και πετά με ελαφρύ κυματισμό. Αν και είναι εδαφόβιο πουλί όπως όλοι οι κορυδαλλοί, συχνά την συναντούμε να κάθεται σε δέντρα, θάμνους και σύρματα.Τα μάγουλά της είναι καστανοκόκκινα ενώ πάνω από τα μάτια έχει φαρδιά υπόλευκα φρύδια που ενώνονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού σχηματίζοντας γωνία. Η κοιλιά είναι υπόλευκη ενώ όλο το φτέρωμα στο κεφάλι και την πλάτη έχει χτυπητά σχέδια. Τα φτερά στην άκρη της ουράς είναι λευκά ενώ οι άκρες των έξω πηδαλιώδη φτερών είναι χωρίς λευκή ακμή.
Χαρακτηριστικό όπως σε όλους τους κορυδαλλούς είναι το μακρύ ίσιο πίσω νύχι. Τα αρσενικά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τα θηλυκά παρά μόνο στο μέγεθος. Και τα δύο φύλα διαθέτουν μακρύ μυτερό ράμφος για να σπάνε τους σπόρους που τους έχουν ιδιαίτερη αδυναμία.
Αν και η φύση έχει προικίσει να πουλάκια αυτά να είναι ταλαντούχοι τραγουδιστές, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να συγκριθούν με το αηδόνι. Είναι ικανό να κελαηδά σε πτήση μέχρι και 150 μέτρων, από τα χάραμα μέχρι αργά το σούρουπο. Το τραγούδι τους αποτελείται από γλυκές και μελαγχολικές νότες που άλλοτε είναι διστακτικές και άλλοτε έντονες αλλά πάντα απολαυστικές. Δεν είναι λίγες οι φορές που κελαηδά σε καθιστή στάση στις άκρες των κλαδιών των δέντρων.
Στη φύση σιτίζεται με σπόρους, καρπούς του δάσους αλλά κυρίως από δημητριακά, φρούτα, έντομα, και σκουλήκια.
Αναπαραγωγή
Σαν εδαφόβιο πουλί, το Τουρλί φτιάχνει τη φωλιά του στο έδαφος σκάβοντας στο χώμα και τοποθετώντας στην μικρή φωλιά την οποία φροντίζει να κρύψει με επιμέλεια από τους εχθρούς του και γεννά από 3- 5 αυγά.Η αναπαραγωγική φάση ξεκινάει από τις αρχές της άνοιξης και πραγματοποιεί 2 ίσως και 3 γέννες την κάθε περίοδο. Η θηλυκιά επωάζει τα αυγά για 13-15 μέρες ανάλογα τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν και οι νεοσσοί δέχονται την επιμελή φροντίδα και των δύο γονέων μέχρι να εγκαταλείψουν την φωλιά, κάτι που κάνουν σχετικά νωρίς, πριν καν μάθουν να πετούν.
Η Δεντροσταρήθρα είναι αρκετά δειλό πουλί και όταν νιώσει τον κίνδυνο να πλησιάζει πετάγεται αμέσως και φτεροκοπά φοβισμένη.
Δείτε και ακούστε το τουρλί
Πολυμέσο youtube: Ek1au6JuDFQΟνοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Lullula arborea Ελληνική ονομασία: Δεντροσταρήθρα, Τουρλί, Κορυδαλλός ο δενδρόβιος Αγγλική ονομασία: Woodlark ή wood lark Τάξη: Στρουθιόμορφα Οικογένεια: Κορυδαλλίδες Γένος: Lullula Είδος: L. arboreaΠερισσότερες κορυδαλλίδες
Σταρήθρα (Alauda arvensis) Γαλιάντρα (Melanocorypha calandra) Κατσουλιέρης (Galerida cristata)Ο κοκκινολαίμης είναι ένα σχετικά μικρόσωμο εντομοφάγο πουλί της οικογένειας των τσιχλών. Ένα από τα χαρακτηριστικά του κοκκινολαίμη είναι η δυνατή και μελωδική φωνή.

Κοκκινολαίμης, το αηδόνι του χειμώνα
Στην Ευρώπη ο κοκκινολαίμης έχει συνδυαστεί με τον ερχομό των Χριστουγέννων. Και αυτό συμβαίνει γιατί κατά τον 18ο αιώνα οι ταχυδρόμοι που έφερναν τις Χριστουγεννιάτικες κάρτες στους Βρετανούς, φορούσαν κόκκινο γιλέκο και τους φώναζαν “κοκκινολαίμηδες”!Είναι γνωστός και ως Καλογιάννος, Ρούβελας, Τσιπουργιάννης ή Κουμπογιάννος. Στην ηπειρωτική Ελλάδα όπου και συναντάται συχνά, κατέχει τον τίτλο ενός καχύποπτου πουλιού, στην Βρετανία όμως είναι γνωστός ως "ο θρασύτατος φίλος του κηπουρού”.
Μορφολογία
Αν και το συνολικό του μέγεθος δεν ξεπερνάει τα 14 εκατοστά μαζί με την ουρά του, είναι από τα δημοφιλέστερα πουλιά της Ευρωπαϊκής αλλά και της Ελληνικής ορνιθοπανίδας.Χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοκκινολαίμηδων, που είναι κατά βάση μοναχικά πουλιά, εκτός της περιόδου αναπαραγωγής, είναι το πορτοκαλοκόκκινο χρώμα στο πρόσωπο, την τραχηλιά και το στήθος, το οποίο και χρησιμοποιεί φουσκώνοντάς το για να τρομάξει τους εχθρούς του. Αν και είναι μικρόσωμο πουλί, φαίνεται να έχει μεγάλο κεφάλι, "χωρίς λαιμό", με μικρό στιβαρό ράμφος. Το υπόλοιπο φτέρωμά του είναι καστανωπό με μια στενή κίτρινη ρίγα στην φτερούγα. Το φτέρωμα της κοιλιάς του έχει λευκό χρώμα.

Ο αρσενικός κοκκινολαίμης δεν έχει ουσιαστικές διαφορές από το θηλυκό στο χρωματισμό του φτερώματός του. Με τα μακριά και λεπτά πόδια του, ο κοκκινολαίμης κινείται με απίστευτη ευκολία πραγματοποιώντας μικρά πηδήματα στο έδαφος. Κινείται με χαρακτηριστικό τρόπο σέρνοντας τα φτερά του στο έδαφος και σηκώνοντας την κοντή ουρά του. Κοντοστέκεται, κάνει μια μικρή υπόκλιση, μένει στιγμιαία ακίνητος, ξαναπηδάει και φτερουγίζει.
Γεωγραφική κατανομή και βιότοποι
Ο κοκκινολαίμης είναι ενδημικό πουλί και τον συναντάμε σε όλη την Ευρώπη, την Μικρά Ασία, την Αφρική και την Περσία. Τον χειμώνα μας επισκέπτεται μεγάλος αριθμός πουλιών από την Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, τα οποία διαχειμάζουν στην χώρα μας και την εγκαταλείπουν ξανά στις αρχές της Άνοιξης για να επιστρέψουν στα μέρη τους προκειμένου να ετοιμαστούν για το ζευγάρωμα.Στην Ελλάδα τον συναντάμε τον κοκκινολαίμη όπου και να γυρίσουμε το βλέμμα μας. Και σίγουρα αν δεν τον δούμε θα ακούσουμε το καθαρό, μελωδικό αλλά και μελαγχολικό του κελάηδημα για το οποίο κατέχει δικαίως τον τίτλο “το αηδόνι του χειμώνα”.
Ο κοκκινολαίμης ζει και αναπαράγεται σε φυλλοβόλα και μικτά δάση αλλά και κωνοφόρων, σε πάρκα με πυκνή βλάστηση και ξέφωτα, σε παράκτιες περιοχές, σε ελαιώνες και σε θάμνους. Τον συναντούμε συχνά, ιδίως τον χειμώνα και μέσα σε πόλεις να αναζητάει την τροφή του ακόμα και σε κήπους σπιτιών. Θα τον δούμε να φωλιάζει στα πιο απίθανα μέρη, σε κουφάλες δέντρων, χαραμάδες, σε κοιλώματα ή κόγχες τοίχων, σε πλαγιές του εδάφους κτλ. Είναι ικανός να μετατρέψει ακόμα και ένα παλιό κονσερβοκούτι σε φωλιά.
Αναπαραγωγή
Στην αναπαραγωγική περίοδο που για τα πουλιά αυτά αρχίζει κατά τον Απρίλιο ή αρχές Μαΐου, ο κοκκινολαίμης είναι ικανός αν το επιτρέψουν οι καιρικές συνθήκες, να αναθρέψει μέχρι τρεις γενιές πουλιών. Συνήθως φτιάχνει την θολωτή φωλιά του στο έδαφος, ανάμεσα σε ρίζες, σε καλά προφυλαγμένα μέρη με πυκνή βλάστηση.Το θηλυκό γεννάει από 4 μέχρι και 7 αυγά, τα οποία και αναλαμβάνει να επωάσει για δύο εβδομάδες. Στην ανατροφή των νεοσσών συμμετέχουν εξίσου και οι δύο γονείς. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα αρσενικά ζευγαρώνουν ταυτόχρονα με δύο θηλυκές.
Διατροφή
Από το μυτερό του ράμφος διακρίνεται η προτίμησή του κοκκινολαίμη να τρέφεται με έντομα, προνύμφες εντόμων, αράχνες και μικρούς ζουμερούς σπόρους για να γεμίζει ενέργεια.Το χαρακτηριστικό γεμάτο από ποικιλία ήχων κελάηδημα του κοκκινολαίμη, μπορεί να ακούγεται από το χάραμα, μέχρι και τις νυχτερινές ώρες, ιδίως αν υπάρχουν φώτα στις πόλεις, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα με την εποχή.
Το φθινόπωρο ακούγεται σαφώς πιο μελαγχολικό. Ο κοκκινολαίμης χρησιμοποιεί το κελαηδημά του ως ένα μέσο για να ορίζει την επικράτειά του. Το παράδοξο είναι ότι μετά την περίοδο αναπαραγωγής το ζευγάρι χωρίζει, και αν βρεθεί το ένα στην επικράτεια του άλλου, μετατρέπονται σε αντίπαλοι.
Το θηλυκό είναι από τα σπάνια του είδους που κελαηδεί και αυτό προσπαθώντας να διεκδικήσει το χώρο που του ανήκει. Η επικράτεια του κάθε πουλιού φτάνει τα δέκα στέμματα, αλλά όταν παρατηρείται συνωστισμός επισκεπτών μειώνονται στα δύο στρέμματα. Το όμορφο αυτό πουλάκι μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επιθετικό προς τα άλλα πουλιά του είδους του, τραυματίζοντάς τα στην προσπάθειά του να επιβιώσει ειδικά όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες.
Το αδυσώπητο κρύο, η αδυναμία εύρεσης τροφής και τα διάφορα αρπακτικά πουλιά είναι οι κυριότεροι φυσικοί παράγοντες για την μεγάλη θνησιμότητα που παρατηρείται στα πουλάκια αυτού του είδους.
Ο τολμηρός του χαρακτήρας αλλά και η ομορφιά του τον έχουν καταστήσει πρωταγωνιστή σε πλήθος παιδικών βιβλίων και πάμπολλα ποιήματα έχουν γραφτεί για το γλυκύτατο κελάηδημα του.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Erithacus rubecula Ελληνική ονομασία: Ερίθακος ο ερυθρόλαιμος, Κοκκινολαίμης Αγγλική ονομασία: European Robin Τάξη: Στρουθιόμορφα Οικογένεια: Μυγοθηρίδες Γένος: {link} Είδος: E. rubeculaΥποείδη
Erithacus rubecula caucasicus Erithacus rubecula hyrcanus Erithacus rubecula melophilus Erithacus rubecula rubecula Erithacus rubecula sardus Erithacus rubecula superbus Erithacus rubecula tataricus Erithacus rubecula valens Erithacus rubecula witherbyiΣχετικό περιεχόμενο
Εντομοφάγα πτηνάΟ Σπίνος, το Σπουργίτι του Δάσους, είναι από τις πιο δημοφιλής σπίζες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη. Είναι έξυπνο και κοινωνικό πουλί που συναντάμε σε πάρκα, κήπους και ελαιώνες.
Σπίνος ο κοινός, το σπουργίτι του δάσους
Είναι ένα πολυάριθμο και ευρύτατα διαδεδομένο ωδικό πουλί που ενδημεί στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη, την Τουρκία και την Ασία. Το χειμώνα η χώρα μας δέχεται και άφθονους χειμερινούς σπίνους από τις πιο παγωμένες βόρειες χώρες. Την άνοιξη αναχωρούν πάλι και επιστρέφουν στον τόπο από όπου προήλθαν, προκειμένου να ετοιμαστούν για την αναπαραγωγή.
Οι κοινοί σπίνοι ζουν και αναπαράγονται μέσα σε πόλεις, σε πάρκα, σε κήπους και ελαιώνες, σε αραιά δάση όλων των τύπων με θαμνώδεις εκτάσεις, σε αμπελώνες, σε καλλιέργειες, αλλά και σε υγρότοπους. Θεωρούνται από τα χρήσιμα πουλιά διότι τρώνε πολλά έντομα τα οποία καταστρέφουν τις καλλιέργειες.
Περιγραφή
Ο σπίνος είναι εύκολα αναγνωρίσιμος μιας και έχει το μέγεθος σπουργιτιού, αλλά είναι ελαφρώς λεπτότερος και με πιο μακριά και ψαλιδωτή ουρά. Το μέγεθός του φτάνει τα 14-16 εκατοστά. Έχει κομψό παράστημα, πολύ όμορφο φτέρωμα με λαμπερά χρώματα.Οι αρσενικοί σπίνοι έχουν γκριζογάλανη κορώνα και σβέρκο, καστανοκόκκινο μανδύα, τα πλαϊνά του κεφαλιού και το στήθος έχουν ένα ροδοκανελλί χρώμα. Οι φτερούγες τους έχουν διπλή λευκή ρίγα, λευκά πλαϊνά ουράς και γκριζοπράσινο ουροπύγιο.
Το θηλυκό έχει ελαφρώς θαμπότερα χρώματα. Είναι γκριζοπράσινο από πάνω με ελαφριά καφετιά απόχρωση, έχει πιο στενές ρίγες στις φτερούγες, ενώ η κοιλιά του έχει ωχρό, γκριζόλευκο, χωρίς σημάδια φτέρωμα.
Είναι πολύ έξυπνο και κοινωνικό πουλί και συνήθως σχηματίζει χαλαρά σμήνη με πουλιά του είδους του αλλά και μικτά. Κινείται με άνεση και ευκολία τόσο στο έδαφος ψάχνοντας για τροφή, όσο και πετώντας με δυνατό και κυματοειδές πέταγμα, όπως όλες οι σπίζες, ενώ προσγειώνεται με ακανόνιστους ελιγμούς.
Διατροφή
Η διατροφή του σπίνου περιλαμβάνει σπόρους, διάφορα έντομα, αλλά δείχνει και σαφή προτίμηση σε φρούτα και λαχανικά.Αναπαραγώγή
Ο σπίνος αναπαράγεται συνήθως κατά τους ανοιξιάτικους μήνες γεννώντας 2 φορές τον χρόνο από 3-5 αυγά τα οποία και επωάζει για 12-14 ημέρες. Επιλέγει να χτίσει τη φωλιά του σε διχάλες δέντρων σε τέτοιο σημείο που να μην εύκολα ορατό από τους εχθρούς του.Για τον λόγο αυτό προσπαθεί να καμουφλάρει την ανοιχτή καλαθόσχημη φωλιά του εξωτερικά με βρύα και λειχήνες προκειμένου να αποφύγει τη επίθεση από τα ιπτάμενα αρπαχτικά όπως γεράκια, αλλά και από ζώα όπως γάτες, φίδια και ποντίκια. Οι νεοσσοί "απογαλακτίζονται" σε ένα μήνα περίπου.
Το κελάηδημα του σπίνου αλλάζει τόνο, ύφος και χαρακτηριστικά ανάλογα με το αν κάθεται σε κλαδί ή κελαηδεί εν πτήση και το διαφοροποιεί ανάλογα με την φάση που βρίσκεται. Άλλες φορές το κάλεσμα του θυμίζει τσιχλαηδόνι και άλλοτε πευκοδρυοκολάπτη.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
- Διωνυμική: Fringilla coelebs
- Ελληνική: Κοινός Σπίνος ή Φρυγίλλος ο άγαμος
- Αγγλική: Common chaffinch
- Τάξη: Στρουθιόμορφα, Passeriformes
- Οικογένεια: Σπιζίδες, Fringillidae
- Γένος: Φρυγίλλος Fringilla
- Είδος: F. coelebs
Media gallery Φρυγίλλων
Σχετικό περιεχόμενο
Πώς ονομάζετε τον Σπίνο στην περιοχή σας; Χειμωνόσπινος - Brambling (Fringilla montifringilla) Μπλε σπίνος Τενερίφης - Tenerife blue chaffinch (Fringilla teydea)Τα Cockatiel (Κοκατίλ) είναι ένα από τα πιο δημοφιλή είδη παπαγάλων στον κόσμο, γνωστά για την παιχνιδιάρικη προσωπικότητά τους, το εντυπωσιακό λοφίο και τις πορτοκαλί βούλες στα μάγουλά τους. Είναι ιδανικοί σύντροφοι για αρχάριους και έμπειρους εκτροφείς. Ας δούμε πώς να φροντίσουμε αυτά τα υπέροχα πτηνά, καλύπτοντας κάθε σημαντική πτυχή της φροντίδας τους.
