Η Υφάντρα είναι ένα μικρόσωμο στρουθιόμορφο πτηνό, μια εκπληκτική καλλιτέχνης στην κατασκευή της περίτεχνης φωλιάς της.
Η υφάντρα
Η υφάντρα είναι ένα μικρόσωμο πουλάκι που το μέγεθός του κυμαίνεται από 10-11,5 εκατοστά. Έχει μυτερό, λεπτό ράμφος με το οποίο πιάνει τα έντομα και σπάζει τους σπόρους.
Έχει πολύ δυνατά, μαυριδερά πόδια από τα οποία κρέμεται και εκτελεί ακροβατικές κινήσεις κρεμασμένο ανάποδα όπως όλες οι παπαδίτσες.
Διάκριση φύλου
Το ενήλικο αρσενικό έχει φαρδιά σκουρόχρωμη μάσκα στα μάτια, ανοιχτόχρωμη κορώνα και σβέρκο, ενώ η πλάτη έχει βαθύ καστανοκόκκινο χρώμα. Στο στήθος διαγράφονται έντονες καστανοκόκκινες κηλίδες ενώ η κοιλιά έχει μπεζ χρωματισμό.Το ενήλικο θηλυκό έχει μικρότερη μάσκα στα μάτια, καφετί μανδύα και πλάτη, ενώ δεν ξεχωρίζουν κηλίδες στο στήθος.
Στο νεαρό του είδους δεν φαίνεται σκούρα μάσκα, έχει πιο μουντά χρώματα, η πλάτη είναι σε καφετιές ανοιχτόχρωμες αποχρώσεις, η κορώνα του είναι μπεζ γκρι και η κοιλιά υποκίτρινη.
Γεωγραφική κατανομή και βιότοποι
Ζει και αναπαράγεται στη χώρα μας, σε ανοικτές θαμνώδεις εκτάσεις στην ύπαιθρο αλλά και σε όλη την Ευρώπη, όπου και μεταναστεύει από τα βόρεια προς τις νότιες χώρες την εποχή του ζευγαρώματος.Ο φυσικός της βιότοπος είναι οι όχθες των ποταμιών και των λιμνών καθώς και όπου υπάρχει υγροτοπική βλάστηση με καλαμιώνες, βούρλα, έλη κτλ.
Διατροφή
Η διατροφή της υφάντρας αποτελείται κυρίως από έντομα, όπως αράχνες και άλλα ζωύφια ή παράσιτα, τα οποία συλλέγει με ακροβατικές κινήσεις κρεμάμενη ανάποδα από τα κλαδιά των δέντρων, με τα μικρά αλλά δυνατά της πόδια, όπως οι γαλαζοπαπαδίτσες.Συχνά επιλέγει και σπόρους ή ακόμα και μπουμπούκια από οπωρώνες.
Αναπαραγωγή
Οι υφάντρες ζουν σε μικρές αγέλες και θεωρούνται πολυγαμικά πουλιά. Για την κατασκευή της περίτεχνης αλλά και εντυπωσιακής φωλιάς της χρειάζεται κατάλληλα φυλλοβόλα δέντρα με λεπτά, ευλύγιστα, κρεμαστά κλαδιά όπως ιτιές, λεύκες και σκλήθρα.Η φωλιά που κατασκευάζεται με ιδιαίτερη τέχνη είναι συνήθως κρεμαστή πάνω από το νερό σαν εκκρεμές, ή σε σημείο απροσπέλαστο, προκειμένου να προστατευτεί από τους φυσικούς εχθρούς της. Το ίδιο πουλί μπορεί να αρχίσει να κατασκευάζει περισσότερες από μια φωλιές, στην άκρη ενός κλαδιού.
Η ιδιόμορφη φωλίτσα μοιάζει με χνουδωτή κρεμαστή σακούλα που έχει μια σήραγγα εισόδου στο επάνω μέρος. Στην κατασκευή της φωλιάς βοηθάει και το θηλυκό. Αρχικά χρησιμοποιεί λεπτά κλαδάκια και χόρτα και στην συνέχεια επενδύει ολόκληρη την φωλιά με χνούδι που συλλέγει από τα βούρλα, τις λεύκες και διάφορα είδη αγκαθιών.
Η θηλυκιά γεννάει, συνήθως μόνο μία φορά κατά τους μήνες Απρίλιο ή Μάιο, 6-8 αυγά τα οποία και επωάζει μέχρι και 14 ημέρες. Σε κάποια είδη, ανάλογα με την χώρα που ζουν, τα αυγά είναι λευκά με κόκκινες κηλίδες, ενώ σε κάποια άλλα είναι γαλαζοπράσινα με καφετιά στίγματα.
Τη φροντίδα των νεοσσών επωμίζονται και οι δύο γονείς. Οι νεοσσοί ανεξαρτητοποιούνται μετά την παρέλευση 18 ημερών περίπου.
Το κελάηδημά της είναι συνήθως σε απαλούς τόνους και συχνά θυμίζει κάποια από τα καλέσματα του φλώρου και του κοκκινολαίμη.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Αν και η Ευρωπαϊκή ονομασία της υφάντρας είναι Renduline tit, δεν ανήκει στις παπαδίτσες. Μπορεί να έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, διαφέρουν όμως ως προς τις συνήθειες της αναπαραγωγής και έτσι κατατάσσονται σε ξεχωριστή οικογένεια.Διωνυμική ονομασία: Remiz pendulinus
Ελληνική ονομασία: Υφάντρα, Σακουλοπαπαδίτσα
Αγγλική ονομασία: Eurasian penduline tit
Τάξη: Στρουθιόμορφα
Οικογένεια: Ρεμιζίδες
Γένος: Remiz
Είδος: R. pendulinus
Υποείδη
Remiz pendulinus caspius Remiz pendulinus jaxarticus Remiz pendulinus menzbieri Remiz pendulinus pendulinusΗ Κίτρινη Κονούρα ή Sun Conure, όπως είναι περισσότερο γνωστή με την αγγλική της ονομασία, είναι ένα εντυπωσιακό και παιχνιδιάρικο είδος παπαγάλου. Ζει στα δάση της Ν. Αμερικής και είναι δημοφιλές κατοικίδιο πτηνό.
Περιγραφή της sun conure
Οι Sun Conure είναι ένα εντυπωσιακό και παιχνιδιάρικο είδος παπαγάλων. Το μέγεθός τους αγγίζει περίπου τα 30cm.
Διάκριση φύλου
Η διαφορά στο αρσενικό και στο θηλυκό είναι στο μήκος φτερούγας και ουράς. Το μήκος φτερούγας στα αρσενικά φτάνει τα 14-16cm ενώ στα θηλυκά το μήκος φτερούγας φτάνει τα 15-16cm. Το μήκος ουράς στα αρσενικά κυμαίνεται στα 13-14cm ενώ στα θηλυκά στα 12-14cm.Συμπεριφορά
Ως κατοικίδιο η Sun Conure είναι ένα στοργικό και χαδιάρικο είδος παπαγάλου που λατρεύει την ανθρώπινη παρέα. Αν δεν έχετε τον απαιτούμενο χρόνο να της αφιερώσετε τότε ίσως θα έπρεπε να σκεφτείτε κάποιο άλλο είδος παπαγάλου.Αν δεν τους δώσετε την προσοχή που χρειάζονται τείνουν να φωνάζουν περισσότερο, να γίνονται νευρικές και να έχουν καταστροφικές τάσεις. Από την άλλη αν τους δώσετε πολύ αγάπη και εκπαίδευση γίνονται καταπληκτικά κατοικίδια που κάθε μέρα θα σας εκπλήσσουν με τα καμώματα τους, τα παιχνίδια τους, την γλυκιά τους προσωπικότητα και την εξυπνάδα τους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι μπορεί να δαγκώνει και να γίνει επιθετική κατά τη διάρκεια της εφηβείας της, γι' αυτό πρέπει να έχετε πολύ κατανόηση και υπομονή εκείνη την περίοδο. Αν δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί σωστά μέχρι εκείνη την περίοδο, τότε μπορεί η κακιά συνήθεια του δαγκώματος να τους γίνει εδραιωθεί για να περνάει το δικό τους.
Το αρνητικό τους είναι η τρομερά δυνατή φωνή τους και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβετε σοβαρά υπόψη σας πριν την αγορά του συγκεκριμένου παπαγάλου. Είναι ίσως το πιο φωνακλάδικο είδος αυτής της οικογένειας.
Δεν φημίζονται για την ομιλία τους, είναι όμως πολύ καλές στο να μιμούνται ήχους και να μαθαίνουν κόλπα.
Είναι αρκετά δραστήρια πουλιά γι αυτό θα πρέπει να έχουν ένα αρκετά ευρύχωρο κλουβί με πολλά παιχνίδια. Επίσης λατρεύουν να σκαρφαλώνουν και να κρέμονται ανάποδα.
Διατροφή
Στη φύση τρέφονται κυρίως με διάφορους σπόρους, χορταρικά, φρούτα και έντομα.Απαραίτητα πρέπει να τους δίνουμε λαχανικά και φρούτα όπως μαρούλι, φρέσκο αρακά, ακτινίδιο, κεράσια, φράουλες κα. αλλά πάντα πλυμένα πολύ καλά!
Αναπαραγωγή
Η ηλικία αναπαραγωγής ξεκινάει από την ηλικία των 2-3 χρόνων και κάνουν γύρω στα 2-4 αυγά. Η εποχή ζευγαρώματος ξεκινάει από Δεκέμβριο και τελειώνει τον Μάρτιο.Προσδόκιμο ζωής
Οι Sun Conure ζουν γύρω στα 15-20 χρόνια αλλά με την παροχή της κατάλληλης φροντίδας μπορούμε να τα κρατήσουμε στη ζωή παραπάνω από 20 χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι με μια Sun Conure για παρέα δεν θα βαρεθείς ποτέ.Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Aratinga solstitialis Ελληνική: Κίτρινη Κονούρα Αγγλική: Sun parakeet ή Sun conure Τάξη: Ψιττακόμορφα (Psittaciformes) Οικογένεια: Ψιττακίδες (Psittacidae) Γένος: Αραντίγκα (Aratinga) Είδος: A. solstitialisΟ Μαυρόγυπας - Aegypius Monachus είναι το γνήσιο πτωματοφάγο πτηνό των παραμεσογειακών χωρών. Έχει πολλούς συγγενείς μερικοί από τους οποίους είναι ο αιγυπτιακός γύπας και ο γυπαετός ο γενειοφόρος.
Περιγραφή του Μαυρόγυπα
Γενικά, βρίσκουμε τους Μαυρόγυπες στις απότομες και βραχώδεις πλαγιές των βουνών, μολονότι συχνά πετούν και πάνω από πεδιάδες για αναζήτηση πεθαμένων θηλαστικών που αποτελούν την κύρια τροφή τους.
Ο Μαυρόγυπας ανήκει στην τάξη των αετόμορφων, στην οικογένεια των αετίδων. Έχει συνολικό μήκος 1,02 με 1,10 μ, οι φτερούγες του έχουν μήκος 0,74 με 0,85 εκ, ενώ το βάρος του είναι 5,5 – 12,5 κιλά. Τρέφεται μονάχα με νέκρα ζώα.
Προτού ο άνθρωπος αρχίσει και καταστρέφει τα τελευταία φυσικά καταφύγια του, το θαυμάσιο αυτό αρπακτικό πτηνό σύχναζε σε αρκετά μεγάλους αριθμούς, σε όλα τα δάση της Ιβηρικής χερσονήσου. Τώρα πλέον που είναι είδος προς εξαφάνιση από την επέκταση του σύγχρονου πολιτισμού, οι τελευταίοι γύπες του είδους ζουν σε λίγες μεμονωμένες περιοχές της Νοτιοδυτικής Ισπανίας.
Εκεί οι φωλιές τους απέχουν αρκετά η μια από την άλλη ενώ στη Μαγιόρκα, καθώς και στη Κεντρική Ασία όπου σπανίζουν τα δάση βρίσκονται κοντά κοντά ανάμεσα στους βραχώδεις γκρεμούς.
Διατροφή
Σαν νεκροφάγο αρπαχτικό ο Μαυρόγυπας καθαρίζει τον τόπο από τα πτώματα και προσφέρει εξυγιαντική υπηρεσία. Δεν αρκείται σε αυτά όμως και συμπληρώνει την τροφή του με χελώνες, σαύρες και μικρά θηλαστικά.Τα τελευταία χρόνια όμως, μετά την επιδημία της μυξωματώσεως, έχουν προστεθεί και τα κουνέλια στο διατροφικό μενού του Μαυρόγυπα, αφού μπορεί και τα πιάνει πολύ εύκολα και τα σκοτώνει με ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι με το ράμφος του.
Καταπληκτική είναι η ταχύτητα με τη οποία ο Μαυρόγυπας καθαρίζει τα νέκρα ζώα που βρίσκει, ακόμη και τα μεγάλα οπληφόρα. Το δέρμα οι τένοντες, οι χόνδροι, και τα πιο μικρά κοκάλα καταπίνονται ολόκληρα και χωνεύονται πολύ εύκολα λόγο του πολύ όξινου γαστρικού υγρού που έχει ο γύπας στο στομάχι του. Αυτά όμως που δεν χωνεύονται είναι οι τρίχες οι οποίες αποβάλλονται από το σώμα του γύπα κάνοντας εμετό.
Η προτίμηση του μαύρου γύπα και στα σκληρά μέρη των πτωμάτων, του δίνει το πλεονέκτημα να μην ανταγωνίζεται τα συγγενικά του πτηνά που ζουν στις ίδιες περιοχές με αυτόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ισπανία και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο πυρόχρωμος γύπας τρώει μόνο μαλακά μέρη των πτωμάτων, ο γενειοφόρος γυπαετός ότι μη φαγώσιμο που αφήνουν τα αλλά ζώα, ενώ ο αιγυπτιακός σαν πιο μικρός που είναι αλλά και πιο νωθρός, αποφεύγει τα μεγάλα πτώματα και περιορίζεται στα μικρότερα.
Αναπαραγωγή
Οι Μαυρόγυπες χτίζουν τις φωλιές τους στις άκρες των απότομων βράχων κάποιου φαραγγιού ή και σε άκρες των δασών ψηλά στις κορυφές των μεγάλων δέντρων. Η φωλιά τους έχει διάμετρο γύρο στα 1,80 μ. αποτελείται από χοντρά κλαδιά και από τούφες χόρτων.Το Φλεβάρη ως τις αρχές του Μάρτη το θηλυκό γεννά ένα αυγό με μικρά κοκκινοφαιά στίγματα. Η επώαση διαρκεί 52 - 54 μέρες. Ο νεοσσός δεν προφταίνει να βγει καλά καλά και αρχίζει να κλαίει και να ζητά για τροφή και νερό.
Όταν ο καιρός είναι πολύ ζεστός και ο ήλιος χτυπά τη φωλιά, ο πατέρας και η μητέρα απλώνουν τα φτερά τους και κάνουν σκιά στο μικρό το οποίο δεν το αφήνουν ούτε στιγμή μέχρι να μεγαλώσει. Οι γονείς πηγαίνουν εναλλάξ για τροφή. Επίσης, έχει παρατηρηθεί ότι η αλλαγή φρουράς συνοδεύεται με καθιερωμένες και πάντοτε τις ίδιες κινήσεις.
Το πτηνό που είναι στη φωλιά, μόλις βλέπει ότι έρχεται ο σύντροφος του υψώνει την ουρά ανοιγοκλείνει τις φτερούγες του τεντώνει το λαιμό του και σηκώνει τα φτερά των ώμων. Τα ίδια κάνει μετά και το πτηνό που έρχεται κατόπιν και τα δυο αληλοτσιμπιούνται και κουνούν τους λαιμούς τους μια από την μια πλευρά και μια από την άλλη. Τελικά, το δεύτερο παίρνει την θέση του στην φωλιά και φεύγει το πρώτο για αναζήτηση τροφής.
Ο ενήλικας μαύρος γύπας για να ξεδιψάσει το μικρό του γεμίζει το λαρύγγι και το ράμφος του με νερό και σιγά σιγά στάζει νερό στο στόμα του διψασμένου νεοσσού.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Aegypius monachus
Ελληνική ονομασία: Μαυρόγυπας, Αιγυπιός ο μοναχός
Αγγλική ονομασία: Cinereous vulture
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Γένος: Αιγυπιός (Aegypius)
Είδος: A. monachus
Media gallery Παπαγάλων Μακάο
Σχετικό περιεχόμενο
Ασπροπάρης (Neophron perchopterus)Το varied lorikeet είναι ένα είδος παπαγάλου της οικογένειας των Ψιττακίδων. Είναι ενδημικό είδος των βόρειων παράκτιων περιοχών της Αυστραλίας.
Παπαγάλοι varied lorikeet
Το varied lorikeet έχει μήκος περίπου 19 εκατοστά. Το χρώμα του είναι κυρίως πράσινο με κοντές κίτρινες διαμήκεις ραβδώσεις. Το ράμφος, το μέτωπο και το πάνω μέρος του κεφαλιού του είναι κόκκινα.
Ο περιοφθαλμικός τους δακτύλιος είναι λευκός και η ίριδα του ματιού τους είναι πορτοκαλί-κίτρινη. Το άνω μέρος του στήθους τους είναι μωβ με διαμήκεις κίτρινες ραβδώσεις. Τα πόδια είναι μπλε-γκρι.
Διάκριση φύλου
Στο θηλυκό το κόκκινο στο κεφάλι είναι λιγότερο εκτεταμένο και το στήθος έχει πιο ζωντανά χρώματα. Τα νεαρά πτηνά είναι πολύ πιο σκούρα, είναι κυρίως πράσινα με πορτοκαλί μέτωπο, καφέ ίριδες και καφέ ράμφος με πορτοκαλί στη βάση.Γεωγραφική κατανομή και βιότοποι
Τα varied lorikeets ζουν σε τροπικά δάση ευκαλύπτων, περιοχές υγροτόπων και βοσκοτόπων στο βόρειο Κουίνσλαντ και στη δυτική Αυστραλία.Διατροφή
Στην φύση τρέφονται με διάφορους σπόρους, χορταρικά, φρούτα και έντομα. Ως κατοικίδια μπορούμε να τους δίνουμε διάφορους σπόρους ή pellets που περιέχουν τα κατάλληλα συστατικά που είναι αναγκαία για κάθε είδος πτηνού. Επίσης, εκτός από την βασική τους τροφή πρέπει να τους δίνουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, όπως μπρόκολο, καρότο, σέλινο, δαμάσκηνο, αχλάδι, μήλο, φράουλες, κεράσια κτλ.Οι τροφές όπως σοκολάτα, γλυκά και καφές πρέπει να αποφεύγονται γιατί μπορούν να αποβούν μοιραία στον παπαγάλο μας.
Αναπαραγωγή
Αναπαράγονται όλο το χρόνο αλλά συνήθως από Απρίλιο μέχρι Αύγουστο και κάνουν 2-4 αυγά. Οι νεοσσοί τρέφονται για 40 ημέρες και τα μικρά μέσα σε 20 ημέρες ανεξαρτητοποιούνται. Μπορούν να αναπαραχθούν από την ηλικία των 18 μηνών.Φροντίδα
Οι varied lorikeets χρειάζονται ένα ευρύχωρο κλουβί όπου θα μπορούν να κινούνται άνετα χωρίς να ακουμπάνε οι ουρές τους στα κάγκελα. Επίσης, πολύ σημαντική είναι η ύπαρξη οριζόντιων σίδερων για να μπορούν να σκαρφαλώνουν. Οι ταΐστρες και η ποτίστρα χρειάζονται καθημερινό καθάρισμα.Η αλλαγή του υλικού που έχουμε στον πάτο του κλουβιού (άμμος, χαρτί Α4 κτλ) πρέπει να είναι συχνή και καλό θα ήταν να κάνουμε και μια γενική καθαριότητα στο κλουβί κάθε μήνα.
Χρειάζονται συχνά μπάνιο ώστε να φεύγουν οι σκόνες και οι βρομιές και να διατηρείται το φτέρωμα καθαρό και λαμπερό.
Παιχνίδια
Αν οι παπαγάλοι μένουν για ώρες μόνοι τους πρέπει να υπάρχουν παιχνίδια στο κλουβί τους, τα οποία θα τα αλλάζουμε σε τακτά χρονικά διαστήματα για να μην τα βαριούνται. Ετσι, θα έχουν να ασχοληθούν με κάτι ώστε να μην μαδάνε το φτέρωμα τους από την ανία. Προσοχή στα παιχνίδια τα οποία είναι αιχμηρά και μπορούν να φανούν επικίνδυνα για το πτηνό.Έχει αναφερθεί ότι οι παπαγάλοι varied lorikeet ζουν 8-10 χρόνια αλλά αν τους παρέχεται η κατάλληλη φροντίδα μπορούν να ζήσουν και παραπάνω.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Psitteuteles versicolor Ελληνική ονομασία: Ποικιλόχρωμος τρίγλωσσος Αγγλική ονομασία: Varied lorikeet Τάξη: Ψιττακόμορφα (Psittaciformes) Οικογένεια: Ψιττακουλίδες (Psittaculidae) Γένος: Ψιττευτελής (Psitteuteles) Είδος: P. versicolorMedia gallery Παπαγάλων Lory
Σχετικό περιεχόμενο
Lories - lorikeets (Loriini) Blue lorikeet (Vini peruviana) Παπαγάλος Dusky lory (Pseudeos fuscata)Τα περιστέρια είναι πολύ γνωστά τους περισσότερους πουλιά που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι πουλιά των αστικών περιοχών και τα συναντάμε είτε ελεύθερα είτε ως οικόσιτα.
Τα περιστέρια και τα είδη τους
 Rock Pigeon by TexasEagle (CC BY-NC 2.0)Το Περιστέρι είναι Γένος πτηνών που ανήκει στην οικογένεια Περιστερίδες. Η Οικογένεια περιλαμβάνει 300 είδη.
Περιγραφή
Το σώμα του περιστεριού φτάνει τα 35 εκ. Το φτέρωμα του είναι πυκνό, γκρίζο στη ράχη και σκουρότερο στη κοιλία, ο λαιμός του έχει πράσινες ανταύγειες και το στήθος κόκκινες. Οι φτερούγες φέρουν δυο εγκάρσιες μαύρες ταινίες. Το περιστέρι έχει κοντό λαιμό και μακρό κεφάλι. Το ράμφος είναι κοντό, μαλακό στη βάση και σκληρό στο άκρο. Τα πόδια του είναι επίσης κοντά.Πετά με ταχύτητα 100χλμ. την ώρα, σε μεγάλα ύψη, συνήθως σε μικρά σμήνη διαγράφοντας μεγάλους κύκλους για πολλή ώρα.
Διατροφή
Τρέφονται κυρίως με σπόρους και φρούτα. Πολλά είδη τρώνε καλαμπόκι, κάμπιες και σκουλήκια. Αποθηκεύουν προσωρινά την τροφή τους στον πρόλοβο τους. Πίνουν νερό με τρόπο ασυνήθιστο για πουλιά. Βουτάνε το ράμφος στο νερό και ρουφάνε σιγά σιγά χωρίς να σηκώσουν το κεφάλι.Αναπαραγωγή
Το θηλυκό περιστέρι γεννά δυο άσπρα ή άλλου απαλού χρώματος αυγά, τα οποία επωάζουν και οι δυο γονείς για 17 - 19 μέρες. Το σώμα των νεοσσών καλύπτεται μερικές φόρες από φτεροειδή πούπουλα.Τρέφονται από τους γονείς τους με "γάλα περιστεριού". Αυτό είναι μια παχύρρευστη ουσία που βγαίνει από τον πρόλοβο των γονέων. Οι νεοσσοί χώνουν το μαλακό ράμφος τους βαθιά μέσα στο στόμα των γονέων για να πάρουν την τροφή αυτή. Το γάλα συμπληρώνεται σιγά σιγά κι από άλλη τροφή που φέρνουν οι γονείς. Αναπτύσσονται γρήγορα. Τα μικρά ειδή αναπτύσσονται σε δυο εβδομάδες.
Σε ηλικία ενός έτους, το περιστέρι είναι ικανό για αναπαραγωγή 3 ή 4 φόρες το χρόνο. Τα περιστέρια κτίζουν μια άτεχνη φωλιά από λεπτά κλαδιά σαν πλάτωμα. Την κατασκευάζουν στα δέντρα, στις απόκρημνες ακτές, στις στέγες των σπιτιών και μερικές φόρες στο έδαφος.
Εκτός από τον άνθρωπο τα περιστέρια έχουν εχθρούς όλα τα αρπακτικά πτηνά και μοναδικό τους όπλο άμυνας είναι το πέταγμα.
Ζουν περίπου 12 χρόνια. Απαντούν σε όλη την Ευρασία και την Αφρική.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Columba Τάξη: Περιστερόμορφα (Columbiformes) Οικογένεια: Περιστερίδες (Columbidae) Γένος: Περιστερά (Columba)Είδη περιστεριών
Columba albinucha - White-naped pigeon Columba albitorques - White-collared pigeon Columba arquatrix - African olive pigeon Columba argentina - Silvery pigeon (θεωρούνταν εξαφανισμένο είδος αλλά εμφανίστηκε ξανά το 2008) Columba bollii - Bolle's pigeon Columba delegorguei - Eastern bronze-naped pigeon Columba elphinstonii - Nilgiri wood pigeon Columba eversmanni - Yellow-eyed pigeon Columba guinea - Speckled pigeon Columba hodgsonii - Speckled wood pigeon Columba iriditorques - Western bronze-naped pigeon Columba janthina - Japanese wood pigeon Columba junoniae - Laurel pigeon Columba larvata - Lemon dove (ενίοτε ταξινομείται στο γένος Aplopelia) Columba leucomela - White-headed pigeon Columba leuconota - Snow pigeon Columba livia - Rock dove Columba malherbii - Island bronze-naped pigeon Columba oliviae - Somali pigeon Columba oenas Φασσοπερίστερο - Stock dove. Ζει στις άκρες των δασών, στην Ευρώπη, στην Α. Ασία και στη Β. Αφρική. Columba pallidiceps - Yellow-legged pigeon Columba palumboides - Andaman wood pigeon Columba palumbus - Φάσσα - Common wood pigeon Columba polleni - Comoros olive pigeon Columba pulchricollis - Ashy wood pigeon Columba punicea - Pale-capped pigeon Columba rupestris - Hill pigeon Columba sjostedti - Cameroon olive pigeon Columba thomensis - São Tomé olive pigeon Columba trocaz - Trocaz pigeon Columba torringtoniae - Sri Lanka wood pigeon Columba unicincta - Afep pigeon Columba vitiensis - Metallic pigeon or white-throated pigeonΕξαφανισθέντα είδη
Columba jouyi – Ryukyu wood pigeon, (εξαφανίστικε στα τέλη της δεκαετίας του 1930)
Columba versicolor – Bonin wood pigeon, (εξαφανίστικε το 1890)
Είδη οικόσιτων περιστεριών
Ταχυδρομικά περιστέρια
Τα ταχυδρομικά περιστέρια χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχαίους λαούς έως το Β παγκόσμιο πόλεμο, σαν μέσο επικοινωνίας ώσπου να ανακαλυφθεί ο τηλέγραφος. Έχουν την ικανότητα να προσανατολίζονται πολύ εύκολα και μπορούν να επιστρέψουν στην φώλια τους από πολύ μακριά με ταχύτητα περίπου 100 χιλιόμετρα.Περισσότερα για τα ταχυδρομικά περιστέρια.
Γιγάντια περιστέρια
Τα γιγάντια περιστέρια είναι τα μεγαλύτερα κατοικίδια περιστέρια. Το βάρος τους είναι φτάνει ως 1,5 κιλό και το μήκος τους φτάνει ως μισό μέτρο.Ορνιθοειδή περιστέρια
Τα ορνιθοειδή περιστέρια έχουν τρυφερό και νόστιμο κρέας και η σωματική τους κατασκευή μοιάζει με της όρνιθας, από κει και η ονομασία τους.Παγωνάτα περιστέρια
Τα περιστέρια παγώνια ή παγωνάτα. Η ουρά τους αποτελείτε από 30 περίπου φτερά, που όταν ανοίγουν έχουν σχήμα ρόδας. Είναι διακοσμητικά πουλιά.Ανατολικά περιστέρια
Χαρακτηριστικό στοιχείο των ανατολικών περιστεριών είναι είναι η σάρκινες αποφύσεις που έχουν στο ράμφος τους και γύρω από τα μάτια τους.Τσαρουχάτα περιστέρια
Τα δασύποδα ή τσαρουχάτα περιστέρια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι τα μακριά φτερά που καλύπτουν τα πόδια τους ως τα δάχτυλα.Κορδυλοφόρα περιστέρια
Τα κορδυλοφόρα περιστέρια φέρουν τους ώμους τους μια ιδιόμορφη κουκούλα που σχηματίζεται από μακριά και πυκνά φτερά τα οποία βγαίνουν από τους ώμους και κατευθύνονται προς το κεφάλι. Είναι διακοσμητικά πουλιά.Κυβιστήρες
Τα περιστέρια κυβιστήρες. Μπορούν να πετάξουν σε ύψος έως 5000 μέτρα και έχουν την ικανότητα να κάνουν κατακόρυφους κύκλους σαν τούμπες.Δείτε ακόμη
Οι ράτσες των περιστεριών
Media gallery Περιστερίδων
Η μπεκάτσα είναι μοναχικό πτηνό του δάσους. Σχετικά με αυτήν, υπάρχουν πολλά μυστήρια, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα είδη που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
Μπεκάτσα η βασίλισσα του δάσους
Σχετικά με τη μπεκάτσα υπάρχουν πολλά μυστήρια, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα είδη που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Τα μυστήρια και κυρίως οι αντιφατικές πληροφορίες οφείλονται ίσως στο ότι η συμπεριφορά της ποικίλει τόσο πολύ από άτομο σε άτομο, ώστε οι πτηνολόγοι να μην μπορούν να καταλήξουν σε ένα γενικό συμπέρασμα για τον χαρακτήρα της.
Για παράδειγμα, συζητείται αν είναι πραγματικά μεταναστευτικό είδος κι αυτό επειδή πολλά πτηνά μεταναστεύουν τον χειμώνα σε πιο ζεστό κλίμα ενώ αλλά καταλήγουν τελικά να ενδημούν στον ίδιο τόπο.
Εκτός από την περίοδο αναπαραγωγής, η Μπεκάτσα περνά τον καιρό της κρυμμένη μέσα σε ξερά φύλλα και σε σπασμένα κλαδιά. Το χρώμα της μοιάζει τόσο με το χρώμα των ξερών φύλλων και των κλωναριών που βρίσκονται στο έδαφος που την καθιστούν σχεδόν αόρατη στους εχθρούς.
Όταν η μπεκάτσα δραστηριοποιείται το πρωί, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να πίνει λίγο νερό ή να καθαρίζει τα ποδιά και το ράμφος της. Αν το νερό βρίσκετε κοντά της, τότε κινείται με τα ποδιά προς αυτό, παρόλο που δεν είναι τόσο ευκίνητη σαν την πέρδικα, το ορτύκι κτλ. Παρ' όλα αυτά, μπορεί να κινείται και να τρέχει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
Η πτήση τους είναι ομαλή για αυτό αποτελούν εύκολη λεία για τους κυνηγούς του δάσους που ξέρουν τις συνήθειές της και ενεδρεύουν για να την πιάσουν. Όταν πετούν βγάζουν διάφορους περίεργους ήχους από χαμηλούς μέχρι και οξείες διαπεραστικές φωνές.
Το συνολικό μήκος της μπεκάτσας είναι 35 εκ. με το ράμφος των ενηλίκων να φτάνει τα 8 εκ. ενώ των νεαρών πουλιών τα 6 εκ. Το μήκος της φτερούγας της είναι 18,5 - 20 εκ. Το βάρος της κυμαίνεται στα 300 με 350 γρ.
Διατροφή
Η μπεκάτσα χρησιμοποιεί το μακρύ, στενό και ευλύγιστο ράμφος της για την αναζήτηση της τροφής της. Το ράμφος της μπορεί να βυθιστεί 6 έως 8 εκ. μέσα στο έδαφος, αν και τα σάπια φύλλα που το καλύπτουν την εμποδίζουν κάπως να βρει τη λεία της, που είναι κυρίως σκουλήκια και διάφορα άλλα έντομα που ζουν στην λάσπη και κάτω από τα φύλλα.Το ράμφος της μπεκάτσας είναι ένα θαυμάσιο εργαλείο. Το πάνω σαγόνι είναι πολύ εύκαμπτο και εφοδιασμένο με ευαίσθητες απολήξεις νεύρων. Όταν χώνετε στα σάπια φύλλα ή στη λάσπη, κινείται πέρα δώθε και όταν συναντά σκουλήκι, η μπεκάτσα το αντιλαμβάνεται αμέσως, κάνει βαθιά εισπνοή και κυριολεκτικά το ρουφά και το εξαφανίζει μέσα της.
Λέγεται ότι ο ήχος που προκαλεί το βήμα της μπεκάτσας στο έδαφος ασκεί στα σκουλήκια την ίδια επίδραση που προκαλεί και ο ρυθμικός ήχος της βροχής. Ετσι προκαλεί τους ευαίσθητους αισθητήρες των σκουληκιών και τα ανεβάζει πιο ψηλά στην επιφάνεια με αποτέλεσμα να μπορεί να τα εντοπίζει ευκολότερα.
Η διατροφή της μπεκάτσας συμπληρώνεται από μικρά μαλάκια, ακρίδες και κατά τη γνώμη ορισμένων ειδικών και από σπόρους ή και άλλες φυτικές ύλες.
Επειδή η μπεκάτσα διαθέτει τόσο ανεπτυγμένο σύστημα εύρεσης τροφής στο ράμφος της, ουσιαστικά δεν χρειάζεται να χρησιμοποιεί καθόλου τα μάτια της για την αναζήτηση της τροφής της. Τα μάτια της είναι άλλωστε τοποθετημένα τόσο ψηλά προς το πίσω μέρος του κεφαλιού της, που η διόφθαλμη όραση της είναι κάπως περιορισμένη.
Παρ' όλα αυτά, μπορεί χωρίς να κουνήσει το κεφάλι της να βλέπει σχεδόν κάθε τι που συμβαίνει εμπρός ή και πίσω της όταν κάθετε σκυμμένη κάτω. Μπορεί να παρατηρεί τα πάντα γύρω της χωρίς να αιφνιδιάζετε από τους εχθρούς που παραμονεύουν για να την πιάσουν.
Αναπαραγωγή
Ο Μάρτης είναι η εποχή αναπαραγωγής για τις μπεκάτσες.Τα θηλυκά που βρίσκονται στο έδαφος, αντιδρούν προς τα αρσενικά με σφυρίγματα. Ένα ένα τα αρσενικά κατεβαίνουν κοντά σε κάποιο θηλυκό και εκτελούν μια στοργική γαμήλια παράσταση κατά την οποία απλώνουν τις φτερούγες τους, ανοίγουν την ουρά τους σαν βεντάλια και αργά αργά κυκλώνουν τα θηλυκά ώστε να υποχωρήσουν στις διαθέσεις τους.
Ωστόσο, η αφοσίωση δεν αποτελεί κανόνα αφού μόλις ζευγαρώσουν τα αρσενικά γυρεύουν άλλη θηλυκιά αλλά και η θηλυκιά ψάχνει για άλλο αρσενικό.
Η φωλιά χτίζεται από τα θηλυκά σε μικρές τρύπες ή κοντά σε ρίζες δέντρων. Κατασκευάζεται ακατάστατα με χόρτα και νεκρά φύλλα. Σε αυτή γεννούν από 3 έως 4 αυγά με κίτρινες και γκρίζες βούλες.
Έπειτα από επώαση τριών εβδομάδων περίπου, εκκολάπτονται οι νεοσσοί, οι οποίοι ακολουθούν αμέσως τη μητέρα τους και αναζητούν τροφή μαζί της.
Αξιοσημείωτο φυσικό χαρακτηριστικό των νεοσσών είναι το πολύ κοντό ράμφος τους σε σχέση με αυτό της μητέρας τους. Υπάρχουν κάποιες όχι απόλυτα επιβεβαιωμένες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες, όταν η μπεκάτσα αισθανθεί ότι κινδυνεύει, για να προστατέψει τα μωρά της τα βάζει ανάμεσα στα πόδια της, τα συγκρατεί και πετά μακριά για να αποφύγει τον κίνδυνο.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Scolopax rusticola Ελληνική ονομασία: Μπεκάτσα, Σκολόπαξ o αγροδίαιτος Αγγλική ονομασία: Eurasian woodcock Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes) Οικογένεια: Σκολοπακίδες (Scolopacidae) Γένος: Σκολόπαξ (Scolopax) Είδος: S. rusticola
Η Σημυδόσπιζα ή Common redpoll όπως είναι ίσως περισσότερη γνωστή ακόμα και στα ελληνικά, είναι ένα από τα δύο και το πιο σύνηθες είδος στους εκτροφείς. Η Αρκτική σημυδόσπιζα είναι το δεύτερο είδος του γένους.
Η Σημυδόσπιζα Common Redpoll
Η σημυδόσπιζα ανήκει στο γένος ακανθίς και συναντάται στη βόρεια Ευρώπη, την Ασία, στη βόρεια Βόρεια Αμερική, τη Γροιλανδία και την Ισλανδία. Υπάρχουν 2 είδη του γένους στην άγρια μορφή, το Common Redpoll (Acanthis flammea) και το Arctic Redpoll (Acanthis hornemanni). Το σύνηθες στους εκτροφείς είναι το Common Redpoll.
Περιγραφή
Το μέγεθος του Redpoll δεν ξεπερνά τα 12 εκατοστά και το βάρος του είναι περίπου στα 11-20 γραμμάρια. Ο χρωματισμός του αποτελείτε από καφέ, λευκό, γκρί, μαύρο και κόκκινο.Οι σημυδόσπιζες ζουν συνήθως κατά ομάδες και στην εποχή του ζευγαρώματος η ομάδα διασπάτε για να ακολουθήσει η διαδικασία αναπαραγωγής. Προτίμησή τους τα ψηλά δέντρα και οι πυκνοί θάμνοι, όπου και κάνουν τις φωλιές τους.
Είναι αρκετά φλύαρα και κοινωνικά με άλλα είδη πτηνών. Οι φωνές που παράγουν έχουν αρκετές μεταλλικές νότες και καλά γυρίσματα.
Διατροφή
Η διατροφή των Redpoll αποτελείτε από σπόρους, λαχανικά και μικρά έντομα. Είναι αρκετά κινητικά πουλιά και λατρεύουν την ακροβασία. Συνήθως κρέμονται ανάποδα από τα δέντρα καθώς συλλέγουν τους σπόρους για να τραφούν.Αναπαραγωγή
Οι νεοσσοί πριν από την πρώτη πτερόρροιά τους, μοιάζουν σαν θηλυκά αλλά μετά την πτερόρροιά τους αναδεικνύονται τα χρώματα και έχουμε πλήρη γνώση για το φύλο τους.Το θηλυκό Redpoll γεννά 4-6 αυγά πρασινο-γαλάζιου χρώματος με λίγα καφέ στίγματα και τα επωάζει για 11 ημέρες και κατά την διάρκεια της επώασης το αρσενικό φέρνει αποκλειστικά τροφή στο θηλυκό.
Μετά την εκκόλαψη των αυγών η θηλύκια στην 5η μέρα φεύγει από την φωλιά και αυτή για να προμηθευτεί τροφή για τους νεοσσούς της.
Οι νεοσσοί εγκαταλείπουν την φωλιά περίπου στις 12 ημέρες της ζωής τους αλλά ακολουθούν τους γονείς. Γίνονται πλήρως ανεξάρτητα στην ηλικία των 25 ημερών όπου και μπορούνε να απομακρυνθούν και να είναι ικανά να βρούνε τροφή μόνα τους.
Εκτροφή - Φροντίδα
Οι σημυδόσπιζες χρειάζονται μια αρκετά ευρύχωρη κλούβα. Από προσωπική εμπειρία η κλούβα θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα μέτρο μήκος.Η διατροφή τους πρέπει να είναι πλούσια με αρκετά καλό μείγμα σπόρων, καλή αυγοτροφή, ποικιλία λαχανικών και κατά τακτά χρονικά διαστήματα πρέπει να τους προσφέρουμε αποξηραμένα έντομα.
Η αναπαραγωγή τους στην αιχμαλωσία είναι ελάχιστα πιο εύκολη από αυτή της καρδερίνας.
Διάκριση φύλου
Η διαφοροποίηση μεταξύ των δύο φύλων του Redpoll είναι πολύ εύκολη. Τα αρσενικό έχει κόκκινο στο επάνω μέρος του κεφαλιού του και αρκετό κόκκινο μπροστά στο στήθος του, εν αντιθέσει με το θηλυκό που έχει ελάχιστο κόκκινο πάνω στο κεφάλι του.Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Acanthis flammea Ελληνική ονομασία: Σημυδόσπιζα Αγγλική ονομασία: Common redpoll Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes) Οικογένεια: Σπιζίδες (Fringillidae) Γένος: Ακανθίς (Acanthis) Είδος: A. flammeaA. f. flammea - Mealy
A. f. icelandica - Icelandic
A. f. rostrata - Greenland
A. f. cabaret - Lesser redpoll
Η σημυδόσπιζα η κοινή ταξινομούνταν στο γένος ακανθυλλίς (carduelis). Νεότερες όμως μοριακές φυλογενετικές μελέτες έδειξαν ότι η Αρκτική και η Κοινή σημυδόσπιζα σχηματίζουν ένα ξεχωριστό γένος και έτσι τα δύο είδη ταξινομούνται πλέον στο αναγεννηθέν γένος Ακανθίς (acanthis).[1]
Σχετικό περιεχόμενο
Ροδόσπιζα η κοινή (Carpodacus erythrinus) Μεξικανικός καρποντάκος (Carpodacus mexicanus)Τα Γεράκια είναι ημερόβια αρπακτικά πτηνά. Ανήκουν στην οικογένεια των Ιερακιδών, της τάξης των Ιερακόμορφων. Η οικογένεια περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Το πιο γνωστό και πιο διαδεδομένο είδος είναι ο Ιέραξ ο γνήσιος Falco tinunculus, κοινώς Κιρκινέζι του βράχου.
Τα Γνήσια Γεράκια (Falconidae)
Το σώμα των γερακιών είναι επίμηκες, εύρωστο και φτάνει σε μήκος τα 33-35 εκατοστά. Η ουρά του είναι λεπτή και έχει μήκος περίπου 24 εκατοστά. Οι φτερούγες του είναι μακριές και μυτερές έτσι εξασφαλίζει ένα ελαφρύ και γρήγορο πέταγμα.
Το κεφάλι του, ο λαιμός του και η ουρά του είναι γκριζωπά, ενώ η ράχη του είναι καστανόχρωμη. Το κάτω μέρος του λαιμού του, το στήθος και η κοιλία του έχουν άσπρο η πολύ ανοιχτό κίτρινο χρώμα.
Τα πόδια του είναι κίτρινα, κοντά και καλύπτονται από φτερά. Τα δάχτυλα του φέρουν γαμψά και δυνατά νύχια. Το χρώμα του ράμφους του είναι καστανοκίτρινο και είναι κοντό και γαμψό έτσι ώστε να το βοηθά να κόβει τη λεία του.
Τρέφεται με ποντίκια, μικρά πουλιά και έντομα.
Αναπαραγωγή
Η γερακίνα γεννά 2-6 αυγά που είναι σχεδόν κοκκινωπά με σκούρα στίγματα. Το θηλυκό επωάζει τα αυγά για περίπου 28-30 μέρες. Οι δυο γονείς μαζί αναλαμβάνουν να αναθρέψουν τους νεοσσούς και να τους εκπαιδεύσουν στην αναζήτηση λείας.Τα μικρά εξαρτώνται από τους γονείς τους για 3-8 εβδομάδες. Ώσπου να γίνουν ανεξάρτητα, το αρσενικό εφοδιάζει με τροφή όλη την οικογένεια, ενώ το θηλυκό προσέχει τα μικρά.
Βιότοπος
Τα γεράκια ζουν σε ορεινές περιοχές αλλά και σε δασώδης πεδιάδες. Φτιάχνουν την φώλια τους σε υψηλές κορυφές, σε δέντρα, σε ερειπωμένα κτήρια η χρησιμοποιούν εγκαταλειμμένες φωλιές άλλων πουλιών.Ζουν σε όλη την Ευρώπη και την Ασία, εκτός από την αρκτική, καθώς και σε πολλά μέρη της Αφρικής όπου καταφεύγουν για να περάσουν τους δύσκολους χειμώνες. Μπορεί όμως να διαχειμάσουν ακόμη και στην Β. Ευρώπη.
Στην Ελλάδα απαντούν ως επιδημητικά πουλιά στην Στερεά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά.
Τα γεράκια επιτίθενται με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα αλλά πουλιά η σε μικρά θηλαστικά και τα χτυπούν με το στήθος τους πριν τα συλλάβουν με τα γαμψά τους νύχια.
Επιχειρούν μικρές μεταναστεύσεις την άνοιξη και το φθινόπωρο και μονό τότε συγκεντρώνονται σε ομάδες. Θεωρούνται ωφέλιμα για τη γεωργία επειδή μερικά τρέφονται με έντομα.
Παλαιοτέρα ήταν περιζήτητα για το κυνήγι με γεράκια. Τα γύμναζαν να κυνηγούν αλλά πουλιά, ιδίως φασιανούς και ερωδιούς. Το κυνήγι με γεράκια ήταν πολύ διαδεδομένο στο Μεσαίωνα ενώ σήμερα έχει σχεδόν εκλείψει. Ακμάζει μονό στην Εγγύς Ανατολή και στην Ασία.
Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
- Διωνυμική ονομασία: Falco tinunculus
- Ελληνική Γεράκι
- Αγγλική Falcon
- Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
- Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae) και Αετίδες (Accipitridae)
- Γένος: Ιέραξ (Falco) και (Accipiter)
Αλλά ειδή γερακιών
- Ιέραξ ο ερυθρωπός Falco vespertinus κοινώς Μαύρο κιρκινέζι. Είναι από τα πιο όμορα γεράκια. Τρέφεται με έντομα. Ζει στην Ν Ευρώπη.
- Ιέραξ ο οξύπτερος Falco eleonorae, κοινώς γεράκι της Ελεονόρας ή μαύρος πετρίτης. Το σώμα του έχει μήκος 45 εκ και η ουρά του 20 εκ. Ζει στα νησιά και στις ορεινές περιοχές γύρω από την Μεσόγειο.
- Ιέραξ ο κορυδαλλοφαγος Falco subbuteo, κοινώς ξεφτέρι, γεράκι. Πετά καλύτερα και ταχύτερα από όλα τα γεράκια και κυνηγά ακόμα και χελιδόνια, κορυδαλλούς κτλ. Ζει στην Ευρώπη, στην Ασία και Β. Δ Αφρική.
- Ιέραξ ο μεταναστευτικός falco peregrines, κοινώς πετρίτης. Ζει σε όλο τον κόσμο εκτός από την αρκτική. Πετά πολύ γρήγορα και συλλαμβάνει περιστέρια, πέρδικες, πάπιες, γλάρους, χελιδόνια κτλ.
- Ιέραξ ο ερυθρόνωτος falco naumanni κοινώς κιρκινέζι. Απαντά στην Φινλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Γαλλία, στη Βρετανία και στην Ελλάδα.
- Ιέραξ ο ιερός falco cherrug ζει στη Βουλγαρία, στη Ρουμάνια και στην Α. Τουρκία.
- Ιέραξ ο νάνος falco columbarius. Ζει στις τούνδρες και στα δάση της Ευρώπης, της Ασίας και της Β. Αμερικής.
Media gallery Γερακιών
Οι δρυοκολάπτες ή τσικλητάρες είναι πτηνά του γένους των πικίδων (Picidae) που τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με ξυλοφάγα έντομα. Υπάρχουν ασφαλώς πολλά είδη, το πιο γνωστό σε μας όμως είναι ο δρυοκολάπτης ο χλωρός ή πρασινοτσικλιτάρα.
Ο δρυοκλάπτης ο χλωρός ή πρασινοτσικλιτάρα
Ο δρυοκολάπτης είναι το γνωστό και στην Ελλάδα πτηνό που κινείται συνεχώς και με μικρά πηδήματα πάνω - κάτω στους κορμούς των δέντρων. Κρατά το σώμα του όρθιο, γαντζωμένο στις τραχείες προεξοχές του φλοιού με τα νύχια, από τα οποία τα δύο διευθύνονται προς τα πάνω και τα δύο προς τα κάτω. Στηρίζεται επίσης στα σκληρά φτερά της ουράς του.
Τα φτερά της ουράς αλλάζουν με περίεργο τρόπο, γιατί τα δύο κεντρικά πηδαλιώδη δεν πέφτουν, προτού τα εξωτερικά γίνουν αρκετά ισχυρά για να στηρίζουν το σώμα.
Ο δρυοκολάπτης σκαρφαλώνει στους κορμούς κι ερευνά προσεκτικά την επιφάνεια τους για ν' ανακαλύψει έντομα. Χτυπά συνεχώς τους κορμούς των δέντρων για να ανακαλύψει διάφορα κουφώματα κι όταν βρει κάποιο, κάνει μια τρύπα στο σημείο με το ράμφος του και ψάχνει με την μεγάλη γλώσσα του που έχει μια κολλώδη ουσία, ώστε να μαζέψει όλα τα έντομα και τις νύμφες που βρίσκονται εκεί.
Εκτός από τα έντομα που τρώει μέσα και πάνω στους κορμούς των δέντρων, πιάνει μυρμήγκια και στο έδαφος ενώ πολύ λίγα είδη ρουφάνε διάφορους χυμούς φυτών.
Οι δρυοκολάπτες δεν είναι κοινωνικά πτηνά, ζουν συνήθως μοναχικά και δεν ανέχονται εισβολές στις ιδιωτικές τους περιοχές από άλλα άτομα του είδους καθώς αναζητούν τροφή.
Εκτός από την περίοδο αναπαραγωγής που πάνε μαζί παντού, όλο τον άλλο καιρό αποφεύγουν να κυνηγούν μαζί στο ίδιο μέρος και τα ίδια τα ταίρια. Για να αναγγείλουν τα εδαφικά δικαιώματα τους σε μια περιοχή, βγάζουν μια διαπεραστική φωνή που ακούγετε σε μεγάλη απόσταση η χτυπούν τα ράμφη τους ρυθμικά πάνω στους κορμούς των δέντρων.
Κάνουν οι δρυοκολάπτες ζημιά στα δέντρα;
Μερικοί άνθρωποι λένε ότι επειδή οι δρυοκολάπτες ανοίγουν τρύπες στους κορμούς των δέντρων κάνουν κακό στο φυτό αλλά η αλήθεια είναι ακριβός η αντίθετη. Κάνουν δηλαδή καλό στα δέντρα γιατί ανοίγοντας τρύπες ελαφρώνουν τα νεκρά μέρη του δέντρου και επίσης καθαρίζουν μεγάλες ποσότητες εντόμων που ταλαιπωρούν το δέντρο.Αναπαραγωγή
Η θηλυκιά γεννά από 3 μέχρι και 9 λευκά και γυαλιστερά αυγά. Η επώαση κρατά 19 με 20 μέρες και η ανατροφή των νεοσσών γίνετε πολύ γρήγορα. Οι νεοσσοί γεννιούνται γυμνοί και τυφλοί και έχουν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο στις πλευρές του ράμφους για να καταλαβαίνουν την επαφή των γονιών, που σημαίνει την προσκόμιση της τροφής.Στην αρχή οι νεοσσοί μένουν στο βάθος της φωλιάς, όταν όμως τα φτερά τους μεγαλώνουν και είναι αρκετά μεγάλα για να σκαρφαλώνουν κολλούν στις άκρες της κοιλότητας και ανεβαίνουν προς την έξοδο.
Η φωλιά του δρυοκολάπτη
Το σχήμα της κοιλότητας που διαλέγουν για φωλιά ποικίλει τρομερά. Ωστόσο μια τυπική φωλιά αποτελείτε από ένα στενό, λίγο ή πολύ κυκλικό τούνελ που προχωρεί οριζόντια λίγο προς τα πάνω και μετά απότομα κατεβαίνει προς τα κάτω όπου στο τελείωμα η μάνα τοποθετεί μικρά ξύλα (ροκανίδια).
Σύνοψη
Μέγεθος: 30–36 εκ. Ανοιγμα φτερών: 45-51 εκ. Καταγωγή: Ευρώπη Διατροφή: Εντομοφάγο Επώαση: 19–20 μέρες Ανεξαρτητοποίηση νεοσσών: 21-24 εκ, Προσδόκιμο ζωής: IUCN Κίνδυνος εξαφάνισης στη φύση: Ελάχιστη ανησυχία (Least concern)Ονοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Picus viridis Ελληνική ονομασία: Πρασινοτσικλιτάρα, δρυοκολάπτης ο χλωρός Αγγλική ονομασία: European green woodpecker Τάξη: Δρυοκολαπτόμορφα (Piciformes) Οικογένεια: Δρυοκολαπτίδες ή πικίδες (Picidae) Γένος: Πίκος (Picus) Είδος: P. viridisΗ κουκουβάγια αναφέρεται στην ελληνική μυθολογία ως το ιερό πουλί της θέας Αθηνάς, σύμβολο της σοφίας και της φρόνησης του ελληνικού πνεύματος. Συνδέεται με θρύλους και δεισιδαιμονίες λόγω του απόκοσμου ήχου της φωνής της και του γεγονότος ότι δραστηριοποιείται τη νύχτα.
Περιγραφή
Διατροφή
Αναπαραγωγή
Ονοματολογία
Η κουκουβάγια ή γλαύκα, το ιερό πτηνό της θεάς Αθηνάς
Κοινή ονομασία που αποδίδεται σε διάφορα ειδή πτηνών τα οποία ανήκουν στην οικογένεια Γλαυκίδες ή Στριγγίδες (Stigidae), τάξη Γλαυκόμορφα. Η οικογένεια περιλαμβάνει 120 είδη που ποικίλλουν σε μέγεθος. Χαρακτηριστικότερο είναι το είδος Γλαυξ η Αθηνά (Athene noctua), κοινή κουκουβάγια.
Περιγραφή
Το σώμα της κουκουβάγιας έχει μήκος περίπου 25 εκ. Οι φτερούγες της 14 εκ. και η ουρά 8 εκ. Το φτέρωμα της έχει καφέ αποχρώσεις με άσπρες κηλίδες. Συνήθως προσαρμόζεται στο χρώμα του του εδάφους η του φλοιού των δέντρων στα οποία ζει.
Το χρώμα του φτερώματος είναι ίδιο και στα δυο φύλα. Έχει μεγάλο κεφάλι που καλύπτεται από πυκνό φτέρωμα. Τα μάτια είναι μεγάλα, τοποθετημένα εμπρός και περιβάλλονται από στεφάνη μικρών φτερών.
Έχει κοντό και δυνατό ράμφος που από την βάση του διευθύνεται προς τα κάτω. Πολλές φόρες δεν φαίνεται γιατί το καλύπτουν τα φτερά. Τα αυτιά είναι μεγάλα και το άνοιγμα τους εκτείνεται συχνά σε όλη την πλευρά του κρανίου.
Τα πόδια έχουν μέτριο ύψος και καλύπτονται από φτερά μέχρι τα δάκτυλα, τα οποία φέρουν μεγάλα, γαμψά και μυτερά νύχια.
Οι κουκουβάγιες έχουν ιδιαίτερα ισχυρή όραση, περισσότερο από τα αλλά πουλιά και από τον άνθρωπο. Βλέπουν το ίδιο καλά την νύχτα και την ημέρα. Αυτό συμβαίνει γατί ο αμφιβληστροειδής χιτώνας συγκεντρώνει πολλά ευαίσθητα κύτταρα.
Τα μάτια τους είναι θολωτά και κινούνται ελαφρά μέσα στις κόγχες. Η ίριδα έχει χρώμα κίτρινο η χρυσό. Για να βλέπουν γύρω, στρέφουν το κεφάλι τους.
H ακοή τους είναι επίσης οξεία. Συλλαμβάνουν και τον παραμικρό ήχο.
Το μαλακό φτέρωμα και οι μακριές και πλατιές φτερούγες εξασφαλίζουν ένα εντελώς αθόρυβο πέταγμα, αργό, κάτι μεταξύ αιώρησης και ολίσθησης. Μερικές ανεβοκατεβαίνουν διαγράφοντας τοξοειδείς τροχιές, ενώ συγχρόνως κινούνται προς τα πίσω.
Στο έδαφος πολλές κουκουβάγιες είναι αδέξιες, ενώ αλλά ειδή, που έχουν μακρύτερα πόδια, κινούνται με ευχέρεια και μπορούν να τρέχουν και κυνηγούν τη λεία τους. Η φωνή τους είναι δυνατή, μοιάζει κροτάλισμα του ράμφους και έχει πολύ δυσάρεστο ήχο.
Διατροφή
Η αναζήτηση τροφής αρχίζει λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Κυνηγούν μικρά θηλαστικά, πουλιά, έντομα, βατράχια, φίδια, σαύρες, νυχτερίδες. Τρώνε μονό την λεία που συλλαμβάνουν οι ίδιες και την καταπίνουν όπως είναι, δηλαδή μαζί με φτερά, νύχια, τρίχες και οστά.
Για την πέψη το στομάχι εκκρίνει ένα πολύ δραστικό γαστρικό υγρό. Τα στοιχειά της τροφής που δεν χωνεύονται γίνονται βόλοι μέσα στο στομάχι και στην συνεχεία αποβάλλονται.
Αναπαραγωγή
Οι ερωτικές επιδείξεις της κουκουβάγιας περιλαμβάνον επιδεικτικά πετάγματα, χτυπήματα των πτερύγων και χαρακτηριστικές στάσεις.
Για να γεννήσουν τα αυγά τους δεν κατασκευάζουν φώλια, παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Σαν φωλιά χρησιμοποιούν ρωγμές βράχων, τοίχων, εγκαταλειμμένες φωλιές άλλων πτηνών η και θηλαστικών, παλιά σπίτια η ακόμη και κοιλώματα του εδάφους η κλαδιά δέντρων.
Προς το τέλος Απριλίου ή το Μάιο, το θηλυκό γεννά 4-7 ολοστρόγγυλα λευκά αυγά. Η επώαση διαρκεί 14-16 ήμερες. Στο διάστημα αυτό το αρσενικό φροντίζει για την τροφή του θηλυκού.
Μετά την εκκόλαψη και οι δυο γονείς φροντίζουν τα μικρά και τα τρέφουν με ποντίκια, μικρά πουλιά και έντομα. Όταν υπάρχει άφθονη τροφή επιζούν όλα τα μικρά, τα οποία μένουν μερικές εβδομάδες μαζί με τους γονείς τους.
Βιότοπος
Οι κουκουβάγιες ζουν στα δάση, στα γυμνά Όρη, ακόμη και κοντά σε κατοικημένες από ανθρώπους περιοχές. Μερικά είδη κουκουβάγιας ζουν 55-65 χρόνια. Απαντούν στην Ασία, στη βόρεια Αφρική και σε όλη στην Ευρώπη.Οι περισσότερες κουκουβάγιες είναι ωφέλιμες και για τον άνθρωπο γιατί κυνηγούν τα τρωκτικά και εδικά τους ποντικούς. Οι άνθρωποι ωστόσο τις καταδιώκουν, ιδιαίτερα οι αγρότες, γιατί την αντιπαθούν. Θεωρούν αδικαιολόγητα ότι η παρουσία της και η κραυγή της είναι κακός οιωνός.
Βίντεο της Κουκουβάγιας της Μικρής
Πολυμέσο youtube: iBpplgxky5YΟνοματολογία και συστηματική ταξινόμηση
Διωνυμική ονομασία: Athene noctua
Ελληνική ονομασία: Μικρή κουκουβάγια, Κουκουβάγια ή γλαύκα, Αθηνά η νυκτία
Αγγλική ονομασία: Little owl
Τάξη: Γλαυκόμορφα (Strigiformes)
Οικογένεια: Γλαυκίδες (Strigidae)
Γένος: Αθηνά (Athene)
Είδος: A. noctua
Αλλά ειδή της οικογενείας των Γλαυκιδών
- Γλαυξ η χιονόλευκος (Nyctea scandiaca). Το μήκος του σώματος της φτάνει τα 70 εκατοστά. Έχει χρώμα λευκό. Απάντα στην Αρκτική, αλλά το χειμώνα μετακινείται νοτιότερα. Είναι ημερόβιο πτηνό.
- Ιερακογλαύξ (Surnia ulula). Το σώμα της έχει μήκος 40-45 εκατοστά. Είναι ημερόβιο πτηνό. Απαντά στη Σκανδιναβία και στην Βόρεια Ρωσία.
- Γλαυξ η νάνος (Glaucidium passerinum). Το μήκος του σώματος της φτάνει τα 18 εκ. Το τρίχωμα της είναι γκρι καστανό με λευκές κηλίδες. Ζει στις τρύπες των δέντρων στη Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Ασία.
- Γλαυξ η φλογώδης (Strix Flameus). Το μήκος του σώματος της φτάνει τα 32 εκ. Είναι νυκτόβια. Απάντα σε όλη την Κεντρική και Νότια Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τη Βόρεια Αφρική.
- Λευκοπρόσωπη Κουκουβάγια του Νότου (Ptilopsis granti).